Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Richard Pryor mother fucker.





Η αλήθεια πονούσε πάντα σε καθεμιά από τις φλογερές κωμικές παρλάτες που ξεστόμιζε ο Ρίτσαρντ Πράιορ στις ζωντανές εμφανίσεις του. Η αλήθεια πονούσε κι από την πρώτη μέρα που ο ίδιος πάτησε το πόδι του σε αυτό τον κόσμο. Ο Ρίτσαρντ Φράνκλιν Λένοξ Τόμας Πράιορ γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1940 στο μαύρο γκέτο της Πεόρια του Ιλινόις. Η μητέρα του ήταν πόρνη. Η γιαγιά του μαντάμ στο μπουρδέλο της περιοχής. Πρώην πρωταθλητής της πυγμαχίας, ο πατέρας του δούλευε πλέον ως νταβατζής. Αναγκασμένος να μεγαλώνει στο εσωτερικό του πολυσύχναστου πορνείου, ο ανήλικος Ρίτσαρντ ερχόταν καθημερινά σε επαφή με μια ολόκληρη σειρά από ενήλικες ωμότητες. Τα φοβισμένα μάτια του στάθηκαν μάρτυρες σε αμέτρητα μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς, πυροβολισμούς και βιαστικά γαμήσια  πολλά από τα οποία είχαν για πρωταγωνίστρια τη μάνα του. Στα έξι του χρόνια, ενέδωσε ανύποπτος στη σεξουαλική επίθεση ενός νεαρού γείτονα ο οποίος τον υποχρέωσε σε στοματικό έρωτα. Στα δέκα του, ο μικρός είδε τη μάνα του να σκίζει με τα νύχια της τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, επειδή εκείνος ύψωσε χέρι επάνω της. Στα δεκατέσσερά του αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή γρονθοκόπησε τον δάσκαλο του. Μέχρι να συμπληρώσει τα δεκαοχτώ του χρονιά, ο Ρίτσαρντ Πράιορ είχε ξοδέψει την εφηβεία του κάνοντας άφθονες μικροκλοπές, δουλεύοντας ως προστάτης στα «κορίτσια» του οίκου ανοχής ή εκτίοντας ποινή φυλάκισης στον στρατό, επειδή τραυμάτισε με μαχαίρι έναν λευκό ανώτερο του που έκανε ένα ρατσιστικό αστείο. Επιστρέφοντας στη γενέτειρά του από τη Γερμανία όπου ολοκλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του και προκείμενου να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ο νεαρός άρχισε να παίζει πιάνο σε ένα νυχτερινό κέντρο. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι οι θαμώνες προτιμούσαν λιγότερο το παίξιμο του και περισσότερο τα σποραδικά αστεία που έλεγε για να γεμίζει καμία φορά τον κενό χρόνο ανάμεσα στα κομμάτια. Κάπως έτσι αποφάσισε ο Πράιορ να αξιοποιήσει αυτή τη κρυμμένη κλίση που φαινόταν να έχει προς το χιούμορ.

Για το πρώτο μισό της δεκαετίας του '60 περιπλανήθηκε σε διάφορες μητροπολιτικές stand up σκηνές, χτίζοντας υπομονετικά το όνομά του με βάση ένα λαλίστατο και γαργαλιστικό αλλά διόλου ενοχλητικό είδος κωμωδίας, πρώτος έγχρωμος διδάξας της οποίας ήταν τότε ο Μπιλ Κόσμπι. Όταν μια πόρνη από τους δρόμους του Κλίβελαντ τον έβαλε να ακούσει έναν δίσκο του ριζοσπαστικού Λένι Μπρους, ο δρόμος του Ρίτσαρντ Πράιορ άλλαξε ριζικά κατεύθυνση. «Αν αυτός είναι ο ορισμός της κωμωδίας» αναρωτήθηκε ο ίδιος «τότε εγώ τι στο διάβολο κάνω; Ο Λένι Μπρους υποστήριζε ότι η αληθινή κωμωδία δεν αφορούσε το να λες αστεία. Αφορούσε το να λες την αλήθεια. Αυτό αποφάσισα, λοιπόν, κι εγώ να κάνω στο εξής: να λέω την αλήθεια». Κάποια νύχτα του 1967, στη διάρκεια μιας εμφάνισής του στο Λας Βέγκας, ο Πράιορ εγκατέλειψε το sold out ακροατήριο του στα μέσα ενός αστείου το οποίο δεν γύρισε ποτέ να ολοκληρώσει. «Ένιωσα ότι δεν είχα τίποτα ουσιαστικό να πω» εξομολογήθηκε και μαζί με τη συγκεκριμένη σκηνή διάλεξε να εγκαταλείψει ολόκληρο τον κόσμο των κωμικών παραστάσεων. Όταν επέστρεψε μερικά χρόνια μετά, ο χαριτωμένος και καλοπροαίρετος Πράιορ αποτελούσε πλέον μακρινή ανάμνηση. Τη θέση του είχε πάρει ένας οργισμένος, μανιώδης κωμικός. Το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να τον ακούς να βρυχάται και να απομένεις άφωνος.

Καθώς η δεκαετία του '60 όδευε προς το τέλος της, ο Πράιορ μεταμορφωνόταν σιγά σιγά σε έναν αθυρόστομο κήρυκα μιας ρεαλιστικής μαύρης Αμερικής στο περιθώριο. Με το που έπιανε μικρόφωνο άρχισε να δίνει ζωή και έκφραση σε μια προκλητική ανθρώπινη πινακοθήκη από πόρνες, νταβάδες, μέθυσους και πρεζόνια, μεταφέροντας τη γλαφυρή εμπειρία του γκέτο μπροστά σε πολύχρωμα ακροατήρια. Με την έλευση του 70, ο λόγος του έγινε δριμύτερος, τα αστεία του απέκτησαν μια φρενήρη θεατρικότητα, η σάτιρά του έμοιαζε ξεκαρδιστική μ'έναν οδυνηρό τρόπο. Η δική του κωμωδία καυτηρίαζε τα εθνολογικά στερεότυπα, τις φυλετικές διαφορές, την υποκρισία μιας κρυφό ρατσιστικής χώρας που αποθέωνε την υπεροχή του λευκού και την αιώνια δουλοπρέπεια και υποταγή του μαύρου. Αργά αλλά μαχητικά, ο Πράιορ έπαιρνε τη βρομιά του πεζοδρομίου, την αντίξοη πραγματικότητα των φτωχικών συνοικιών και τη συσσωρευμένη αγανάκτηση της φυλής του και τα μετέτρεπε σε αστείες γροθιές ενάντια στο τότε κατεστημένο. Οι stand up ρουτίνες του βοήθησαν την έγχρωμη συνείδηση να υψώσει ανάστημα, γκρέμισαν την αστική υπεροψία και τον ασφαλή διανοουμενισμό των περισσότερων κωμικών της εποχής, βοήθησαν το αμερικανικό χιούμορ να οσμιστεί τις μυρωδιές και τις αναθυμιάσεις της αληθινής ζωής. Η απήχηση του ιδίου είχε στο μεταξύ εκτοξευτεί στα ύψη, οι εμφανίσεις του στην τηλεόραση και οι δισκογραφικές του δουλειές συναντούσαν ευρεία απήχηση, μια καριέρα στο σινεμά φαινόταν άκρως υποσχόμενη και μια συντριπτική πλειοψηφία της αντικουλτούρας τον αναγόρευε σε ίνδαλμα και φωνή μιας ολόκληρης μερίδας πληθυσμού που αναζητούσε τρόπο προκειμένου να εκδηλώσει τον θυμό και την αγανάκτησή της.
Στο δεύτερο μισό των seventies, η ιδιωτική ζωή του Ρίτσαρντ Πράιορ έμοιαζε μολαταύτα με πεδίο μάχης. Μέχρι το '77 είχε ήδη χωρίσει τρεις φορές και εμπλακεί σε αμέτρητες κατηγορίες για εκρήξεις ζηλοτυπίας, άσκηση σωματικής βίας μέχρι και παρ'ολίγον ανθρωποκτονία: όταν μια από τις συζύγους του απείλησε να τον εγκαταλείψει, ο Πράιορ έστρεψε ένα γεμισμένο Μάγκνουμ 357 προς το μέρος της, για να αδειάσει τελευταία στιγμή το περιεχόμενο του επάνω στο αυτοκίνητο της. Τα περισσότερα από αυτά τα περιστατικά συνδέονταν με μια σχέση διογκούμενης εξάρτησης που ο κωμικός είχε αναπτύξει με την κοκαΐνη και μια πληθώρα από ναρκωτικές ουσίες. Ο αυξανόμενος εθισμός του άρχισε πολύ σύντομα να επηρεάζει και το δημιουργό μέρος της ζωής του.Το χιούμορ στις εμφανίσεις τoυ γινόταν προοδευτικά πιο επιθετικό, πιο αλλόκοτο ,ενώ οι κινηματογραφικές τoυ εμφανίσεις, που είχαν ξεκινήσει λαμπρά με δυο εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους στο «Η Κυρία Τραγουδά Τα Μπλουζ» και το «Blue Collar» του Πολ Σρεντερ, άρχισαν σταδιακά να ξεπέφτουν σε μετριότητες που είχαν ως κυρίαρχο ερεθισμό τους το χρήμα. Παράλληλα η σωματική του υγεία έστελνε ανησυχητικά μηνύματα. Ένα έμφραγμα που τον βρήκε «ενώ πηδούσα μια απο τις πιο ελκυστικές λευκές γυναίκες στον κόσμο» άνοιξε τον δρόμο προς τις σκοτεινές μέρες του '80 προαναγγέλλοντας με σαφή τρόπο την αδιάκοπη κόλαση που τον περίμενε στο εξής.

Το πρωί της 9ης Ιουνίου του 1980, στην διάρκεια μιας ψυχωτικής κρίσης που προκάλεσε μια πολυήμερη, μαραθώνια παράδοση στην κόκα, ο Ρίτσαρντ Πράιορ περιέλουσε τον εαυτό του με ρούμι και έβαλε φωτιά. Οι γείτονες και οι περαστικοί του δρόμου που βρίσκονταν έξω από το σπίτι του στο Λος Αντζελες είδαν έντρομοι τον ηθοποιό στις φλόγες- ένας ανθρώπινος πυρσός που έτρεχε ασταμάτητα ουρλιάζοντας κάποιος να τον πυροβολήσει για να βάλει τέλος στην οδύνη του. Η αστυνομία τον βρήκε σε φρικτή κατάσταση λίγα τετράγωνα παρακάτω και τον μετέφερε εσπευσμένα σε νοσοκομείο όπου ο Πράιορ πέρασε ενάμιση μήνα, προσπαθώντας να επουλώσει τα βαριά εγκαύματα που κάλυπταν το 50% του κορμιού του. Το επεισόδιο χρεώθηκε αρχικά σε ατύχημα που έγινε υπό την επήρεια ναρκωτικών φημισμένος πάντα για τη σοκαριστική ειλικρίνεια του, όμως ,ο Πράιορ παραδέχτηκε ανοιχτά ότι είχε προσπαθήσει να βάλει τέλος στη ζωή του. Λίγο καιρό αργότερα μετέτρεψε το τραγικό περιστατικό της αυτό ανάφλεξης του σε ένα ξεκαρδιστικό νούμερο των εμφανίσεών του. Αυτό που ακολούθησε, εντούτοις, από την ημέρα που λίγο έλειψε να υποκύψει στα τραύματα του ήταν μια βασανιστική καταβύθιση σε ένα προσωπικό μαρτύριο που ξεκίνησε από εξευτελιστικές επιλογές καριέρας και συνεχίστηκε με τη φθίνουσα φήμη του ηθοποιού, όπως τη ζημίωσαν ανεπανόρθωτα οι αφηγήσεις που διέρρεαν από τον ταραχώδη ιδιωτικό του βίο, αλλά και μια αίσθηση οτι μετά το «εύφλεκτο» συμβάν ο Πράιορ χρειάστηκε να παλεύει καθημερινά με τους δαίμονες του. Η παρακμή του κωμικού οφείλει να θεωρηθεί από την άλλη και ως ένα λογικό επακόλουθο της εποχής όπου η Αμερική τελούσε υπό τη σκιά της συντηρητικής διακυβέρνησης Ρέιγκαν και που ελάχιστη διάθεση είχε να ανεχτεί τις βολές ενός θυμωμένου μαύρου με μαζική επιρροή εντός και εκτός των νοητών συνόρων της φυλής του.Τρεις εβδομάδες μετά το νοσοκομείο, ο Πράιορ επέστρεψε στην κόκα. Για τα επόμενα χρόνια, οι περισσότεροι ρόλοι που αναλάμβανε στο σινεμά χρησίμευαν για να τρέφουν τους εθισμούς του. Δυο καταστροφικοί ακόμη γάμοι και μια ολιγοήμερη φυλάκιση δεν ανέστειλαν στιγμή την ενασχόλησή του με τον κόσμο των ουσιών. Κατά τραγική όμως ειρωνεία, ο Πράιορ σταμάτησε τις καταχρήσεις, όταν διαγνώστηκε ότι πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση, μια εκφυλιστική ασθένεια των μυών προορισμένη να τον οδηγήσει σταδιακά στην παράλυση, σηματοδοτώντας παράλληλα το υποχρεωτικό πέρας της καριέρας του, την απομόνωση από τον έξω κόσμο, τη χρόνια κατάθλιψη κι ένα πρόωρο φινάλε που τον βρήκε με τη μορφή ενός μοιραίου εμφράγματος, τον Δεκέμβρη του 2005.

Ο Ρίτσαρντ Πράιορ ήταν 65 ετών και έμοιαζε με αποσκελετωμένο ομοίωμα του πρότερου εαυτού του, όταν έφυγε από τη ζωή.  Τα τελευταία 20 χρονιά του τα πέρασε υπό ένα καθεστώς ανομολόγητου σωματικού πόνου και ψυχολογικής κατάπτωσης. Αφοσιωμένο του στήριγμα στάθηκε όλον αυτό τον καιρό η Tζενιφερ Λι, τέταρτη σύζυγος της ζωής του την οποία ο Πράιορ είχε κακομεταχειριστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο . Σοκαρισμένη από το θέαμα του πρώην άντρα της ο οποίος είχε περιέλθει σε αξιοθρήνητη φυσική κατάσταση, η Λι έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος. Ήταν η μοναδική πράξη συγκινητικής αγάπης σε μια ζωή που υπήρξε εξαρχής καταδικασμένη να ζει χωρίς αυτό το προνόμιο. Και στάθηκε ταιριαστή ίσως αυλαία για μια ανθρωπινή ύπαρξη που δεν κατάφερε ή δεν μπόρεσε ποτέ να γνωρίσει τη διάφορα που χωρίζει την κωμωδία από την τραγωδία .

Taste :

Richard Pryor clips 
 


By Electric Looser

Δεν υπάρχουν σχόλια: