Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Η αγωνια και η εκσταση του Φιλ Σπεκτορ.






5.00 πμ., ξημερώματα 3ης Φεβρουαρίου 2003. Το αστυνομικό τμήμα της Αλάμπρα, μίας κατά τα άλλα φιλήσυχης πόλης της Καλιφόρνια, δέχεται τηλεφώνημα σχετικά με πυροβολισμούς στην οδό South Grandview Drive. Τα περιπολικά αναχωρούν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Πρόκειται χια το σπίτι του πιο επικίνδυνου κατοίκου της περιοχής.

6:09 πμ. Ο Χάρβεϊ Φιλ Σπέκτορ, ετών 62, συλλαμβάνεται ως βασικός ύποπτος για το φόνο της Λάνα Τζιν Κλάρκσον, ετών 40. Αυτός φοράει λευκό σακάκι, αυτή φοράει την τσάντα της, σαν να ήταν έτοιμη να φύγει. Λίγο πριν φτάσει η αστυνομία, ο λιλιπούτειος μεγιστάνας φέρεται να ψελλίζει «Μου φαίνεται πως τη σκότωσα!».

7:38 πμ. Απαγγέλλονται επίσημες κατηγορίες και ο Ρόμπερτ Σαπίρο, πρώην δικηγόρος του Ο.Τζ. Σίμπσον στην πιο μακροσκελή δίκη στην ιστορία της Καλιφόρνια, καταφθάνει στο αστυνομικό τμήμα προς υπεράσπιση του πελάτη του. Αφού καταθέτει εγγύηση 1.000.000 δολαρίων, ο Σπέκτορ αλλάζει τροπάριο και δηλώνει πλέον... «ενοχλημένος! Δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα να τινάξει τα μυαλά της στον αέρα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι!». Η δικαιοσύνη πάντως δηλώνει σίγουρα μπερδεμένη. Ο Σπέκτορ έχει ήδη απαλλαχθεί μια φορά λόγω κακοδικίας τον Σεπτέμβρη του 2007, ενώ η δεύτερη δίκη τον Οκτώβριο του 2008, λίγες μόνο μέρες πριν μεταδοθεί το ντοκιμαντέρ του BBC στη βρετανική τηλεόραση, έληξε αισίως λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. «Δεν θέλω να κάνω τον έξυπνο, αλλά σας το είπα ότι ήμουνα αθώος!» είχε γράψει νωρίτερα ο Φιλ στους εναπομείναντες φίλους θαυμαστές του. Αφού λοιπόν ήταν τόσο σίγουρος για την έκβαση της δίκης, γιατί αποφάσισε ξαφνικά να επιτρέψει στο BBG να ανακατευτεί στα προσωπικά του; Για τον απλούστατο λόγο ότι φοβάται πως ο περισσότερο κόσμος τον έχει ήδη ξεχάσει...


Οι γονείς του Φιλ Σπέκτορ ήταν Ρώσοι μετανάστες και, δυστυχώς, πρώτα ξαδέρφια. Το ασθενικό τέκνο τους γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 1940 με εμφανώς μειονεκτική φυσική κατάσταση και μια έντονη τάση προς την ψυχική αστάθεια. Μεγαλώνοντας, το ανύπαρκτο πιγούνι του δεν γέμισε ποτέ, ενώ η λιπόσαρκη σιλουέτα του δεν θα επεκτεινόταν παραπάνω από το ύψος του 1,70. Πολύ πριν οι θεράποντες ιατροί του αποφανθούν ότι πάσχει από διπολική κατάθλιψη, ο πατέρας, η μητέρα και η αδερφή του είχαν πάρει ήδη το δρόμο της καταστροφής. Ο Μπεν Σπέκτορ, ένας ταπεινός εργάτης σιδήρου, αυτοκτόνησε εισπνέοντας καυσαέρια από την εξάτμιση του αυτοκινήτου του, όταν ο γιος του ήταν μόλις οκτώ χρόνων. Πνιγμένος στα χρέη και σε βαθιά κατάθλιψη άφησε τον υπερευαίσθητο και ασθματικό Φιλ στο έλεος της οξύθυμης μητέρας του. Η μετακόμιση στο Λος Αντζελες δεν βοήθησε και πολύ την κατάσταση και σύντομα η μεγάλη του αδερφή του, Σίρλεϊ, άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία.

Έχοντας απορρίψει οποιαδήποτε πρακτική δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης, ο Φιλ το έριξε στη μουσική. Έμαθε πιάνο, κιθάρα,ντραμς, μέχρι ακορντεόν και κόρνο. Έμαθε επίσης να αποφεύγει τους συμμαθητές του, που τον βασάνιζαν καθ' όλη τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων, προσθέτοντας επιπλέον ανασφάλειες στην αδύναμη ψυχοσύνθεσή του. Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις έγινε πλούσιος ήταν να προσλάβει σωματοφύλακες. Παρ' όλα αυτά, το 1958 βρήκε το κουράγιο να αντιμετωπίσει τις φοβίες του, φτιάχνοντας ένα δικό του συγκρότημα, τους Teddy Bears, με δυο φιλαράκια από τη γειτονιά.Το μελαγχολικό b-side στο πρώτο τους single, «Το Know Him Is lb Love Him», ένας φόρος τιμής στον νεκρό του πατέρα, που οι έφηβοι της εποχής επέλεξαν να ερμηνεύσουν ως κατεξοχήν ερωτικό άσμα, κατάφερε να βρει τον δρόμο του μέχρι το ραδιόφωνο. Ακολούθησε μια πρόσκληση στο θρυλικό American Bandstand του Ντικ Κλαρκ και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το τραγούδι προσγειώθηκε στο No I των αμερικανικών τσαρτ, πουλώντας δυόμισι εκατομμύρια αντίτυπα. Τα πρώτα κέρδη (3.000 δολάρια) του ενέπνευσαν ένα αμείλικτο επιχειρηματικό πνεύμα, αλλά σε προσωπικό επίπεδο τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν καθόλου. «Στο σχολείο με είχαν εξοστρακίσει. Ήμασταν φτωχοί και οι υπόλοιποι συμμαθητές μου ήταν φαντασμένα πλουσιόπαιδα που δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση μαζί μου». Παρά την ανέλπιστη επιτυχία, οι συνομήλικοι του συνέχιζαν να τον μισούν. Στο διάλειμμα μιας συναυλίας του συγκροτήματος, τέσσερις νεαροί τον έκαναν λιώμα στο ξύλο και αποτέλειωσαν το έργο τους, ξαλαφρώνοντας την κύστη τους στο πρόσωπο του. Μετά από αυτό ο Φιλ δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος.

Η διάλυση του συγκροτήματος τον έφερε στη Νέα Υόρκη, στα πόδια των μελοπαραγωγών Τζέρι Λάιμπερ και Μάικ Στόλερ που είχαν μια ιδιαίτερη προτίμηση στα κοριτσίστικα συγκροτήματα και αποφάσισαν να τον αφήσουν να μαθητεύσει στο πλάι τους. Άρχισε να γράφει το ένα Top 10 χιτ μετά το άλλο, χαράζοντας το όνομά του στα αυλάκια ενός αξέχαστου δίσκου για λογαριασμό του σόουλμαν Μπεν Ε. Κινγκ.Το «Spanish Harlem» έκανε πολύ κόσμο να κλάψει και ταξιδεύοντας από στόμα σε στόμα έφτασε τελικά να διασκευαστεί από τον Νιλ Ντάιμοντ,τους Mamas and the Papas, τον Κλιφ Ρίτσαρντ και φυσικά την Αρίθα Φράνκλιν που το ανέβασε στο No Ι δέκα χρόνια ολόκληρα μετά την κυκλοφορία του. Ήταν πλέον εμφανές ότι το ταλέντο του Σπέκτορ είχε αχρωματοψία. Κάνοντας επιτυχίες σε μια εποχή που επέμενε να τα Βλέπει όλα μαύρα ή άσπρα, ο Φιλ δεν έκανε διακρίσεις. Δεν τον ενδιάφερε το χρώμα, τον ενδιάφερε η χροιά και στις περισσότερες περιπτώσεις ο ήχος της αρεσκείας του προερχόταν από έγχρωμα λαρύγγια.

Σε ηλικία 20 ετών ήταν ήδη κορυφαίο στέλεχος της Atlantic Records, στα 21 είχε τη δική του δισκογραφική εταιρεία (Philles Records) και, πριν τελειώσει ο χρόνος, ήταν πλέον εκατομμυριούχος. Οι μέθοδοι του ήταν αμείλικτες. Όταν το πρώτο γυναικείο συγκρότημα που ανέλαβε, οι Crystals, τον ικέτεψαν να διακόψει το συμβόλαιο τους, ο Σπέκτορ ανακάλυψε τρεις νόστιμες αντικαταστάτριες ονόματι The Blossoms, τις μετονόμασε στα γρήγορα σε Crystals και τις ανέβασε με συνοπτικές διαδικασίας στο No I, χωρίς να πάρει κανείς χαμπάρι! Μέχρι το 1965 η ταχύτητα με την οποία έκανε επιτυχίες και έχανε φίλους ήταν αστραπιαία: Ο συνέταιρος του στην Philles Records, Λέστερ Σιλ, έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας τον Σπέκτορ να τον εξαγοράσει αντί γελοίου ποσού αρκεί να μην τον ξανάβλεπε ποτέ. Η μουσική του ιδιοφυΐα είχε χτίσει ένα αδιαπέραστο τείχος που τον ωφελούσε μεν επαγγελματικά αλλά παρεμπόδιζε την επαφή του με την πραγματικότητα: Ήταν το θρυλικό ηχητικό μωσαϊκό του Wall Of Sound.

Πάρτε για παράδειγμα μια συνηθισμένη ηχογράφηση. Ένας κιθαρίστας, ένας μπασίστας, ένας ντράμερ, άντε κι ένας πιανίστας. εκεί που οι άλλοι μουσικοί όμως έβλεπαν μονάδες, ο Φιλ πολλαπλασίαζε τα πάντα μεγιστοποιώντας την απόδοση. Έξι κιθαρίστες, τρεις ντράμερ και αμέτρητα έγχορδα πρόσθεταν ατέλειωτα στρώματα αδιαπέραστου ήχου, συνθέτοντας ένα πληθωρικό αποτέλεσμα που ήταν αδύνατον να διασπαστεί στα συστατικά του μέρη με γυμνό αυτί. Ο συνηθισμένος αριθμός μουσικών που μπαινόβγαιναν στα studio sessions του Σπέκτορ δεν ήταν ποτέ λιγότεροι από 60, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που έφταναν τους 300. «Οι περισσότεροι παραγωγοί δεν δημιουργούν, ερμηνεύουν, εγώ αποφασίζω μονός μου τι θέλω να ακούσω. Δεν κάνω rock'n' roll, κάνω τέχνη».

Η πληθωρική του προσέγγιση βρήκε την τέλεια εφαρμογή της στο «Be My Baby» των Ronettes, που λέγεται ότι ανάγκασε τον Μπράιαν Γουίλσον των Beach Boys να σταματήσει το αυτοκίνητο του στην άκρη του δρόμου για vα μην τρακάρει την πρώτη φορά που το άκουσε. Η ανάλυση του Wall Of Sound έγινε η προσωπική του έμμονη και λέγεται ότι συνεχίζει να ακούει το συγκεκριμένο τραγούδι μια φορά τη μέρα. Μαζί με τη διεθνή αναγνώριση, ωστόσο, ήρθε και το τέλος του γάμου του Σπέκτορ. Η άβολη συζυγική ζωή με την παλιά του αγάπη, Ανέτ, τερματίστηκε και τη θέση της πήρε η Ρόνι Μπενετ, η θελκτική τραγουδίστρια των Ronettes. Ο Σπέκτορ έμοιαζε να πλέει ο πελάγη ευτυχίας.

Τον αμέσως επόμενο χρόνο γνώρισε ένα άσημο ντουέτο που έκανε support  στην αγαπημένη του και εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ ώστε εξαγόρασε το συμβόλαιο τους και τους έστρωσε στη δουλειά. Το όνομά αυτών ήταν The Righteous Brothers.  Ο Μπιλ Μέντλεϊ έκανε σχεδόν όλα τα φωνητικά, ενώ ο  
Μπόμπι Χάτφιλντ  δεν έκανε  σχεδόν τίποτα. «Κι εγώ τι ρόλο παίζω » ρώτησε μια μέρα τον καινούργιο τους παραγωγό. «Εσύ θα πηγαίνεις στην τράπεζα!»  του ειπε ο Σπεκτορ και φρόντισε να τον κρατήσει απασχολημένο, πνίγοντας στο  χρήμα. Το «Youve Lost That Loving Felling» έγινε το πιο περιπαιγμένο τραγούδι στην ιστορία του αμερικανικού ραδιοφώνου, έχοντας ακουστεί 9.000.000 φορές, ένα νούμερο που συνεχώς ανεβαίνει. Η μόνη που δεν επωφελήθηκε από το άγγιγμα του Μίδα ήταν ίσως η Τίνα Τερνερ. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι η μεγαλειώδης παραγωγή στο τραγούδι «River Deep - Mountain High» συνέθλιψε τη φωνή της, κατακρημνίζοντας το εκπληκτικό σινγκλ στο No 88 των αμερικάνικων τσαρτ, ενώ αντίθετα στη Βρετανία είχε φτάσει στο No 3. Ήταν η πρώτη φορά που η φρενήρης πορεία του έκανε αναγκαστικά παύση.

Στα 26 του χρόνια, ο Σπέκτορ διέθετε τις εμπειρίες ενός Βετεράνου, αλλά δεν είχε καμία αίσθηση του χρόνου. Είχε μόνο αίσθηση του πόνου. Του πόνου της παιδικής ηλικίας, της εφηβικής μοναξιάς και της βασανισμένης ενηλικίωσης. «Ο πόνος απλά υπάρχει, είναι συνεχής. Είναι ένα φαινόμενο απόλυτα συνδεδεμένο με την τέχνη» μονολογεί μπροστά στην κάμερα του BBC, κάνοντας έναν απολογισμό της ζωής του. Πιστός στα λεγόμενά του, φρόντιζε να ντύνει τον χαρακτηριστικό ήχο του με στίχους που έσταζαν αίμα, αγγίζοντας σχεδόν τον σωματικό πόνο. Κάνεις άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει επιτυχία μια τόσο βασανισμένη και ταυτόχρονα τόσο βασανιστική σύνθεση, όσο το «He Hit Me (It Felt Like A Kiss)» των Crystals. To κομμάτι προέκυψε όταν ο Σπέκτορ ανακάλυψε ότι ένα από τα μέλη του συγκροτήματος έπεφτε συστηματικά θύμα σωματικής κακοποίησης από τον βίαιο εραστή της. Η ίδια όμως πίστευε ότι ήταν απόδειξη υπερβολικής αγάπης. Ο Σπέκτορ αγκάλιασε αμέσως την αυτοκαταστροφική αυτή ωδή στον διεστραμμένο έρωτα, αφού δεν απείχε και πολύ από τη δική του προσωπική ζωή.


Το 1968 ο Φιλ Σπέκτορ παντρεύτηκε τη Ρόνι Μπένετ, αποφασίζοντας αυτομάτως ότι θα την κρατούσε για τον εαυτό του. Το ζευγάρι μετακόμισε σε μια έπαυλη 23 δωματίων στο Μπέβερλι Χιλς και, την επόμενη μέρα του γάμου τους, ο Φιλ ζήτησε να περιφράξουν το σπίτι με συρματόπλεγμα. Σιγά σιγά φρόντισε να αποσπάσει τη σύζυγο του από την καριέρα της, αποθαρρύνοντας τις πολλές κοινωνικότητες και τις αχρείαστες εξόδους. Έβαλε κάγκελα στα παράθυρα, εγκατέστησε ένα σοφιστικέ σύστημα ενδοεπικοινωνίας σε όλα τα δωμάτια και άρχισε να κλειδώνει τις πόρτες. Μετά το θάνατο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ άκουγε τις ομιλίες του στη διαπασών για μέρες ολόκληρες κι έβλεπε σε απανωτές επαναλήψεις τον «Πολίτη Κέιν», κλαίγοντας κάθε φορά που το μυθικό έλκηθρο «Rosebud» των παιδικών του χρόνων κατέληγε στο καμίνι. Η Ρόνι το έριξε στο ποτό.

Το 1979 βγήκε από την απομόνωση για να επιστρέψει στη δουλειά, χωρίς όμως συνταρακτικά αποτελέσματα. Μέχρι που βρέθηκαν στον δρόμο του οι Beatles. Έχοντας δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση με τον Τζον Λένον, τον αδερφό που δεν είχε ποτέ, ανέλαβε την παραγωγή του πρώτου σόλο σινγκλ του ,«lnstant Karma», εκτοξεύοντάς το στα ύψη. Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στον Τζορτζ Χάρισον, εφαρμόζοντας το μαγικό του άγγιγμα στο τριπλό άλμπουμ «ΑΙΙ Things Must Pass», που παρέμεινε στα τσαρτ για 38 ολόκληρες εβδομάδες και του χάρισε το  άκρως μεταδοτικό hit «My Sweet Lord». Και ύστερα ήρθε η σειρά του «Let It Be».

Οι κασέτες του κύκνειου άσματος των Beatles είχαν ήδη δοκιμάσει την υπομονή δύο άλλων παραγωγών που έσπευσαν να νίψουν τας χείρας τους μπροστά στο «shittiest load of badly recorded shit» που ηχογραφήθηκε ποτέ, τουλάχιστον κατά τα λεγόμενα του Τζον Λένον. Ο Σπέκτορ όμως δεν έδειχνε να πτοείται. Το τελικό αποτέλεσμα είχε τη μεγαλοπρέπεια καθεδρικού ναού και την ελαφράδα ενός grand piano - αν έπεφτε στο κεφάλι σου από τον τέταρτο όροφο! Άλλοι το αγάπησαν και άλλοι το μίσησαν, αμφότεροι όμως το αγόρασαν, με αποτέλεσμα να γίνει τεράστια επιτυχία σφραγίζοντας ηχηρά το οριστικό τέλος των Beatles. Τα ορχηστρικά του «The Long And Winding Road» εξαγρίωσαν τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ, ο οποίος έσπευσε να δηλώσει ότι ο εκκεντρικός παράγωγός ήθελε να καταστρέψει τον καλλιτεχνικό του οίστρο. Παρόλα αυτά δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου όταν εν  έτει Ι97Ι,το «Ler It Be» απέσπασε το Οσκαρ καλύτερου σάουντρακ, κάνοντας τον Σπέκτορ να καγχάσει δικαιωμένος. Ο Μακ Κάρτνεϊ δεν τον συγχώρεσε ποτέ και το 2003 κυκλοφόρησε το «Let It Be... Naked», ενορχηστρώνοντας το επίμαχο άλμπουμ κατά την δική του επιθυμία.

Εν τω μεταξύ, η σχέση του μελοπαραγωγού με τη Ρόνι είχε αρχίσει να αποκτά σουρεαλιστικές διαστάσεις. Ο άντρας της είχε καλύψει τα παράθυρα με βαριές κουρτίνες για να μην μπορεί να βλέπει έξω, ενώ η τηλεόραση ήταν απαγορευμένη, εκτός κι αν έδειχνε τις «Επικίνδυνες Αποστολές»! Παρήγγειλε  ένα ομοίωμά του σε φυσικές διαστάσεις για να της κάνει παρέα στο αυτοκίνητο τις σπάνιες φορές που έβγαινε έξω μόνη και την απέτρεψε απ'το να πάρει διαζύγιο, χαρίζοντάς της ένα ζεύγος 6 χρόνων διδύμων χια τα Χριστούγεννα! Η Ρόνι όμως συνέχισε να επιδεικνύει πλήρη απώλεια μητρικών ενστίκτων το ζεύγος διέθετε ήδη ένα παραπεταμένο θετό γιο, τον Ντοντέ  και οι νέες προσθήκες στη δυστυχισμένη τους οικογένεια δεν έκαναν τη διαφορά. Μετά από πολυάριθμες επισκέψεις σε σανατόρια εξαιτίας έντονων προβλημάτων αλκοολισμού, η κυρία Σπέκτορ βρήκε επιτέλους το κουράγιο να το σκάσει. Ήταν μια καλοκαιρινή νύχτα του Ιουνίου, το σωτήριο έτος 1971, και η Ρόνι ήταν ξυπόλυτη. Ο Φιλ είχε αρχίσει να της κρύβει τα παπούτσια. Το διαζύγιο οριστικοποιήθηκε, αλλά η πρώτη διατροφή που αναγκάστηκε να της καταβάλει κατέφτασε σε κέρματα, στην καρότσα ενός φορτηγού. Νωρίτερα είχε φροντίσει να προσκαλέσει την πεθερά του για να της δείξει ένα χρυσό φέρετρο με γυάλινο καπάκι που είχε κατασκευάσει για να προσέχει την κόρη της μετά θάνατον. Η Ρόνι, όμως, δεν γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω.

Στα 30 του χρόνια, ο Σπέκτορ ήταν ήδη καμένο χαρτί. Η ζωή του μετά τη Ρόνι ήταν μια σειρά από δημόσιες «αυτοκτονίες». Τα χαμένα χρόνια της Αγγλίας τον επανένωσαν με τους Beatles αλλά η συνεργασία τους κατέρρευσε κάτω από το βάρος της παράνοιας. Ο Τζορτζ Χάρισον, που τον προσέλαβε για το «Living In The Material World», αναγκαζόταν να σκαρφαλώνει καθημερινά μέχρι το παράθυρο του ξενοδοχείου ουρλιάζοντας «Βγες έξω επιτέλους, υποτίθεται ότι ήρθες για να ηχογραφήσουμε δίσκο!». Η συνεργασία του με τονΤζον Λένον για μια υποτιθέμενη συλλογή με κλασικά κομμάτια ονόματι «Rock ’n’ Roll» έλαβε τέλος όταν ο Σπέκτορ και ο σωματοφύλακάς του τον έδεσαν στο κρεβάτι με γραβάτες, μετά από ένα μεθυσμένο ολονύχτιο session. Την επόμενη μέρα, ο Φιλ διέλυσε την τουαλέτα του στούντιο πυροβολώντας την οροφή, με έναν μετανιωμένο Τζον Λένον να τον εκλιπαρεί «Αν είναι να με σκοτώσεις, σκότωσέ με. Αλλά μη μου γαμάς τα αυτιά. Τα χρειάζομαι!». Ο ιδιοκτήτης τους πέταξε φυσικά έξω με τις κλοτσιές και ο Σπέκτορ το έσκασε με τις ηχογραφήσεις παραμάσχαλα. Οι κασέτες επιστράφηκαν στον νόμιμο ιδιοκτήτη τους πέντε μήνες μετά, αντί 94.000 δολαρίων.

Το 1974 ένα σοβαρότατο ατύχημα με την αγαπημένη του Rolls Royce σφράγισε τη μοίρα του τρελού. 300 ράμματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και 400 στο μπροστινό, τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το νοσοκομείο με το πρόσωπο βαμμένο ασημόχρυσο για να αποσπάσει τους δημοσιογράφους από τα παραμορφωμένα χαρακτηριστικά του. Τότε ήταν που ξεκίνησε να φορά τις θεότρελες περούκες που θα έκαναν αργότερα ενόρκους και δικαστές να χασκογελούν κάτω από τα μουστάκια τους. Πέντε χρόνια μετά, οι Ramones έκαναν το τεράστιο λάθος να του εμπιστευτούν τον δίσκο «End Of Century», με τον μπασίστα Ντι Ντι Ραμόουν να παίζει υπό την απειλή όπλου. Τα ίδια τράβηξε και ο Λέοναρντ Κοέν στο «Death Of A Ladies' Man». Η συνεργασία τους εξαγρίωσε τους θαυμαστές του, που έπιναν νερό στον λιτό ήχο του τροβαδούρου, αναγκάζοντας τον Κοέν να αποκηρύξει το άλμπουμ ως «γκροτέσκο αλλά ημι-ενάρετο». Τρία χρόνια μετά δολοφονήθηκε οΤζον Λένον. Οι δυο άντρες δεν είχαν προλάβει να συμφιλιωθούν μετά την τελευταία ντελιριακή τους συνάντηση, αλλά η Γιόκο Ονο χάρισε στον Φιλ μια από τις αγαπημένες κιθάρες του νεκρού, που ακόμα κατέχει περίοπτη θέση στη γοτθική βίλα Σπέκτορ. 

Τα επόμενα χρόνια, ο παραγωγός αναλώθηκε σε απεγνωσμένες προσπάθειες να συνέρθει, ανακαλύπτοντας κάθε φορά έναν μοναδικό τρόπο να καταστρέψει το image του από την αρχή. Άρχισε να καταφεύγει στα ψυχοτρόπα ναρκωτικά, έκοψε το ποτό και μετακόμισε στο κάστρο του στην Αλάμπρα... «μια πόλη γεμάτη βλάχους, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα μέρος που να απαγορεύεται να πας». Τη νύχτα του φόνου, όμως, κάτι άλλαξε ριζικά μέσα του. Τρεις μήνες νωρίτερα
είχε προσφέρει ανέλπιστη ώθηση στην καριέρα του βρετανού δημοσιογράφου Μικ Μπράουν της Daily Telegraph, ο οποίος έγινε διάσημος μόνο και μόνο γιατί ο Σπέκτορ δέχτηκε να του παραχωρήσει συνέντευξη. Ο Μπράουν είχε καταφτάσει στην οικία Σπέκτορ όπως ακριβώς έπρεπε: με λευκή Rolls Royce και βαρύθυμο σοφέρ. Ο παραγωγός τον άφησε να περιμένει μία ολόκληρη ώρα, κάνοντας δραματική είσοδο με μαύρες μεταξωτές πιτζάμες και κλασική μουσική. Αμέσως μετά ο Μπράουν κυκλοφόρησε μια συντριπτική εις βάρος του βιογραφία και ο Σπέκτορ κλείστηκε ξανά στον εαυτό του. 

Η Λάνα Κλάρκσον δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο. Ένα πανύψηλο πρώην call girl που είχε κάποτε διαπρέψει σε δεύτερους ρόλους για λογαριασμό του Ρότζερ Κόρμαν, βυθιζόταν τώρα σταθερά στην απόγνωση που επιφυλάσσει στους άτυχους το κυνήγι της δόξας. Το βράδυ που γνώρισε τον Σπέκτορ -τρεις μήνες μετά την καταστροφική συνέντευξη στον Μπράουν- είχε μόλις αρχίζει να δουλεύει επί της υποδοχής στο House of Blues και ο Σπέκτορ είχε μόλις αρχίσει να ξανά πίνει. Εκείνη τη νύχτα έπαιζε ο Ρομπ Χάλφορντ, πρώην frontman των Judas Priest και ο μικρόσωμος παραγωγός συνοδευόταν από ξανθιά σερβιτόρα και επίδοξη τραγουδίστρια. Το ζευγάρι μπήκε από την πίσω πόρτα και η Κλάρκσον ήταν έτοιμη να τους διώξει, μέχρι που κάποιος της σφύριξε το όνομά του. «Αχ, συγνώμη κ. Σπέκτορ, δεν σας αναγνώρισα, είμαι μεγάλη φαν!». Κάπου στην πορεία το ραντεβού εξατμίστηκε, το μπουκάλι με τη σαμπάνια και το Bacardi 151 (75.5% καθαρό αλκοόλ) εξαφανίστηκαν και ο Σπέκτορ ήταν κεφάτος αλλά μόνος. Σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα, πριν όμως προλάβει να φτάσει στην πόρτα είδε την Κλάρκσον που ετοιμαζόταν να φύγει. Γλίστρησε πίσω της στο ασανσέρ και το τελευταίο πράγμα που τον άκουσαν να λέει ήταν «Πάω στοίχημα ότι αποκλείεται να ξανά ξεχάσεις ποιος είμαι!»...  Δεσποινα Παυλακη περιοδικο Σινεμα τευχος 208 Φεβρουαριος 2009.

Taste : 

The Ronnetes - Be My Baby 


By Electric Looser

Δεν υπάρχουν σχόλια: