Probably the greatest set in Baby Face Willette's all-too-slim discography, Stop and Listen matches the organist with the hugely sympathetic team of guitarist Grant Green and drummer Ben Dixon (the same trio lineup who recorded Green's debut LP, Grant's First Stand). With no saxophonist this second time around, it's just Willette and Green in the solo spotlight, and they play marvelously off of one another. As a soloist, Willette has a nimble, airy touch, and though he owes no debt to the modal style of Larry Young,
he has a greater melodic imagination than many of his instrument's
straight blues players. What's more, his playing is far less
in-the-pocket than his inspiration, Jimmy Smith's Willette
can really make a groove percolate, whether he's soloing or adding keen
rhythmic interest with his left hand (witness the throbbing slow blues
of "Chances Are Few" or the marching beat of "Soul Walk").
Green
is in prime form as well, in particular contributing some unbearably
lovely solos to the standard "At Last." Nearly every selection is
memorable, with other highlights coming from Willette's manic original "Jumpin' Jupiter," a breezy treatment of "Willow Weep for Me," and Nat Adderley's
jauntily swinging "Worksong." There's nary a bit of sleepy meandering
on this set of grooves; each musician is plugged in and ready to wail.
With Blue Note's extraordinary stable of talent, it's a shame that Willette never led another session for the label, which makes Stop and Listen that much more essential for soul-jazz fans.
Monster rare USA private pressing
from 1968, rated with 6 stars in the Hans Pokora 3001 book
. The Yays & Nays were a groovy, hip group comprised of
three guys and three girls . This is a trulyunique sounding
album, full of creative songwriting and vocal arrangements
and a style that defies any cathegorization. There’s
som fab garage folk-rock on it (the opening track “Gotta
keep travelling” is really astounding!), and also some
tracks in a bizarre crooner-lounge "Incredible Strange
Music" vein.
Pete & Royce are considered as one of the top and totally unique
psych/progressive rock bands coming from Greece. Wired around Panagiotis
“Pete” Tsiros, during the late ‘70s through to the early ‘80s, Pete
& Royce offered to the European prog underground scene an astounding
blend of trippy moods and moves: flashy melodies, hard guitar
biting-fuzz, night crawling rhythms, mystifying electronic shifts and
strange lyrics like oracles from an unknown book of Apocalypsis (very
compatibly, two key members of another top progressive Greek group named
Apocalypsis were also involved importantly in the recordings of Pete
& Royce, the keyboardist Vasilis Dertilis and the vocalist Giannis
Palamidas). Both albums of Pete & Royce are internationally sought
after for their dreamy Pink-Floydian atmosphere, the brilliant vocals
and guitars of Tsiros himself, the topnotch fiery interplay of all the
participating musicians (especially of the key member, keyboardist and
co-composer, Vasilis Ghinos). But this, "Suffering of Tomorrow", their
first LP, was their absolute mind-blowing masterpiece.by Christos Tsanakas (Producer).
From a 12" released in 1981, also on the album Full Circle released in 1982.
Holger Czukay, John Wardle (aka Jah Wobble) & Jaki Liebezeit.
They collabarated together prevoiusly on the Holger Czukay albums On
the Way to the Peak of Normal and Rome Remains Rome. After Full Circle
sessions the trio also worked together with U2 guitarist The Edge and producer François Kevorkianon the Snake Charmer Mini LP.
Taste :
Jah Wobble, Jaki Liebezeit, Holger Czukay – How Much Are The?
Ο τοίχος του γαλλικού Μάη είχε τη δική του ιστορία: πάνω του
γράφτηκαν συνθήματα που μας παρακινούσαν να γίνουμε ρεαλιστές, δηλαδή να
ζητήσουμε το ακατόρθωτο. Που απαιτούσαν η φαντασία να αναλάβει την εξουσία, η
ανία να θεωρηθεί αντεπαναστατική και οι εργάτες να συνειδητοποιήσουν ότι δεν
έχουν ανάγκη τα αφεντικά τους. Σαράντα χρόνια μετά ο τοίχος μοσχοπουλήθηκε ήδη
σε δημοπρασία, τα συνθήματα αξιοποιήθηκαν ως διαφημιστικά σλόγκαν και οι
οργισμένοι φοιτητές που τα έγραψαν περνούν ποικιλοτρόπως την κλιμακτήριο τους.
Για ποιο «πνεύμα του Μάη του "68» να μιλάμε λοιπόν;
Ίσως γι'αυτό που ο Νικολά Σαρκοζί χαρακτήρισε ως παρακμιακό εξαγγέλλοντας
δημοσίως την ώρα της οριστικής εξάλειψής του. Κάτι που σημαίνει ότι όσο κι αν
καταβρέξεις τους δρόμους μιας πόλης με αρωματικό χώρου, ο μπαρουτοκαπνισμένος
αέρας των οδοφραγμάτων θα αρνείται να υποχωρήσει. Και κάπως έτσι θα επιβιώνει
κουτσά στραβά η μνήμη μιας απεργίας που γέννησε έναν φοιτητικό ξεσηκωμό, ο
οποίος με τη σειρά του δεν γέννησε μια επανάσταση, αλλά σίγουρα το πιο υπέροχο
απονενοημένο διάδημα της σύγχρονης ιστορίας. Ανάμεσα στους θύτες του,τους
συνδικαλιστές και τους φοιτητές, τους παραδοσιακούς κομμουνιστές και τους
μαοϊκούς ,τους σιτουασιονιστές και τους αναρχικούς, μια μερίδα ανθρώπων
παθολογικά ερωτευμένων με τις κινούμενες εικόνες θα έγραφαν την ιστορία του
δικού τους Μάη. Αποκορύφωμα, η κατάληψη των κινηματογραφικών ανακτόρων της
Κυανής Ακτής.
Jean-Luc Godard
Εάν υπάρχουν δύο ταινίες που να προφητεύουν με ανατριχιαστική
διαύγεια το ξέσπασμα του Μάη, αυτές είναι η «Κινέζα» και το «Weekend», αμφότερες γυρισμένες το 1967
από τον Ζαν Λικ Γκοντάρ. Στην πρώτη, μερικοί ενθουσιώδεις μαοϊκοί φοιτητές
αποφασίζουν να ξεκινήσουν την επανάσταση από ένα διαμέρισμα, διαβάζουν με στόμφο
τσιτάτα από το Κόκκινο Βιβλίο και κινούνται στους ρυθμούς του τραγουδιού Μάο,
αλλά χάνουν την πρώτη τους μεγάλη μάχη - «είναι η αρχή ενός μεγάλου δρόμου», θα αποφανθεί ο Γκοντάρ. Στη
δεύτερη , η βεντέτα της νουβέλ βαγκ θα κηρύξει το «τέλος του σινεμά» μέσα σε ατελείωτα
μποτιλιαρίσματα, σωρούς νεκρών και αστούς κανίβαλους.
Εξαιρετικάευαίσθητος σεισμογράφος της
εποχής, η κάμερα του Γκοντάρ αφουγκράζεται μια έκρηξη που ψάχνει αφορμή για να
πραγματοποιηθεί. Το συμβολικό άνοιγμα της πυριτιδαποθήκης θα γίνει τον Φεβρουάριο
του 1968 από τον κόσμο του γαλλικού σινεμά. Ή μάλλον από τον Αντρε Μαρο,
υπουργό πολιτισμού της δεξιάς κυβέρνησης Ντε Γκολ που θα κάνει το ολέθριο
λάθος να καθαιρέσει τον Ανρί Λανγκλουά, αντικαθιστώντας τον με τον Πιερ
Μπαρμπέν. Τι εστί Λανγκλουά; Ο πατέρας
της Cinematheque Francaise ( της
Γαλλικής Ταινιοθήκης), ο αρχιερέας των ολοήμερων προσκυνημάτων που
πραγματοποιούσε στις αίθουσες της η γενιά της νουβέλ βαγκ, «ο δράκος που φυλάει
τους θησαυρούς μας» σύμφωνα με τον Ζαν Κοκτό. Ο Λανγκλουά δεν ήταν μόνο ένας
ασυναγώνιστος screening maker (όπως χαρακτήριζε τον εαυτό του) και ο
άνθρωπος που διέσωσε δεκάδες σπάνιων ταινιών, αλλά πάνω απ όλα η ανέγγιχτη ιερή
αγελάδα για όσους έμαθαν σινεμά στο άτυπο πανεπιστήμιο του. Αυτοί θα αποφάσιζαν
να τον υπερασπιστούν με νύχια και με δόντια με επίτιμο πρόεδρο τον Ζαν Ρενουάρ
και διακεκριμένα μέλη μεταξύ άλλων τους Γκοντάρ,Ρενέ,Τριφό και Ριβέτ, η
εκτάκτως ιδρυθείσα Επιτροπή Άμυνας της Γαλλικής Ταινιοθήκης θα κηρύξει πόλεμο
μέχρις εσχάτων. Θα ευαισθητοποιήσει τις εφημερίδες, θα συλλέξει υπογραφές από
σκηνοθέτες όλου του κόσμου (Τσάπλιν, Ροσελίνι,Λανγκ, Κουροσάβα και πολλοί
άλλοι) και θα αποφασίσει να θέσει την Ταινιοθήκη σε αχρησία με κάθε λογής
αντάρτικες μεθόδους. Μέσα σε ελάχιστες
μέρες, οργανώνεται μια διαδήλωση τριών χιλιάδων ατόμων η οποία και διαλύεται
βίαια από την αστυνομία.
Ο Λανγκλουά έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε οσιομάρτυρα και
ο πρώην ποιητής Αντρέ Μαλρό σε τυπικό εκφραστή μιας αυταρχικής διακυβέρνησης.
Αυτός είναι λοιπόν ο πολιτισμός που θέλει ο Ντε Γκολ; Η Επιτροπή Άμυνας
διαχειρίζεται άψογα τον ούριο άνεμο που χαρίζει η κοινή γνώμη, εντείνει τις
κινητοποιήσεις και αποσπά την υποστήριξη πολιτικών ανδρών όπως ο Μιτεράν. Η
επόμενη μεγάλη διαδήλωση θα καταλήξει σε επεισοδιακή κατάληψη της Ταινιοθήκης,
αποδεικνύοντας ότι το παιχνίδι έχει
αρχίσει να παίρνει ευρύτερες διαστάσεις. Το λιγότερο που μπορεί να κάνει πια ο
Μαλρό είναι να υποχώρησε. Στις 22 Απριλίου 1968 η Γαλλική Ταινιοθήκη
επιστρέφει στο προγενέστερο καθεστώς και ο Λανγκλουά στη θέση που έδινε νόημα
στη ζωή του. «Η Cinemathequeείναι
φτωχή και ελεύθερη» θριαμβολογεί ο Φρανσουά Τριφό, ο οποίος παράλληλα με τον
υπέρ Λανγκλουά αγώνα πρόλαβε να γυρίσει τα «Κλεμμένα Φιλιά». Μόνο που έξω από
τις κινηματογραφικές αίθουσες, οι ολοένα και πιο δυνατές ιαχές στους παρισινούς
δρόμους δεν αφήνουν περιθώρια για επανάπαυση.
Claude Lelous,Jean-Luc Godard,François Truffaut,Roman Polanski
Το ντόμινο των απεργιών των καταλήψεων και των επιμέρους συμπλοκών
του Μάη του 1968 υπήρξε καταιγιστικό και
θα ήταν αδύνατο να συμπυκνωθεί σε μερικές γραμμες. Ας αρκεστούμε στο ότι τα
εργοστάσια τα πανεπιστήμια και φυσικά το
θρυλικό Καρτιέ Λατέν πήραν φωτιά και ότι μέσα στης φλόγες πολλοί πίστεψαν στην
ομαδική παραίσθηση μιας αντικαπιταλιστικής επανάστασης. Με τη βοήθεια του
«στρατηγού ανέμου», η φωτιά θα φτάσει σε ένα πρώην ψαροχώρι του γαλλικού νότου,
νυν πρωτεύουσα των κινηματογραφικών φεστιβάλ του κόσμου. Παρά την κοσμογονία
του Παρισιού, όσοι ταξιδεύουν στις Κάννες για το καθιερωμένο πάρτι του Μαΐου είναι
αποφασισμένοι να «ζήσουν το μύθο τους», έστω και αν χρειαστεί να ακολουθήσουν
τη τακτική της στρουθοκαμήλου. Την οποία εφαρμόζει πρώτη πρώτη μια μερίδα του γαλλικού τύπου αφιερώνοντας
ολόκληρες σελίδες σε θέματα όπως η εντιμότητα
των ειδικών οικοδεσποίνων του φεστιβάλ να υποδεχτούν τους πολλούς και λαμπρούς
προσκεκλημένους. Και είναι αλήθεια ότί υπό διαφορετικές συνθήκες, τα ονόματα
θα μπορούσαν να αποτελέσουν έξοχο αντιπερισπασμό. Ως πρόεδρος της κριτικής
επιτροπής καταφτάνει το επιφανές μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Αντρέ Σαμσόν,
δηλώνοντας την επιθυμία «να γεμίσει μια λευκή σελίδα»τής ζωής του. Την παρεα του έρχονται να συμπληρώσουν
οι Λουί Μαλ,Ρομαν Πολανσκι, Μόνικα Βίτι -για την οποία οι δημοσιογράφοι
πανηγυρίζουνότι δεν έχει την εικόνα “μιας
ακραίας διανοούμενης που στέλνει μηνύματα
περί αδυναμίας επικοΐνωνίας “αλλά ότι είναι "αστεία", παρφουμαρισμένη και υπέρ θηλυκή. Τι Καλά! Σαν γελοιογραφία της
Μαρίας Αντουανέτας,ο μικρόκοσμος του φεστιβάλ αρχίζει να επιδεικνύει ένοχα την άγνοιά.
Ο κατάλογος των υψηλών προσκεκλημένων συνεχίζεται: Γκρέις
Κέλι, Ομάρ Σαρίφ,Φεντερίκο ΦίλΙνι μετά τηςΤζουλιέτα Μασίνα και γύρω γύρω οι γνωστές
στάρλετ της εποχής, που είναι πρόθυμες να απαλλαγούν από τα περιττά ρούχα για
να ερεθίσουν τα φλας των φωτογράφων. Μέσα σε αυτή την τρισχαριτωμένη ατμόσφαιρα
το 21 ο φεστιβάλ Καννών ανοίγει την αυλαία του στις 10 Μαίου, προβάλλοντας σε
καινούργια κόπια το «Οσα Παίρνει Ο Άνεμος». Η επιτυχία της προβολής
διαπιστώνεται απ όλους, η σαμπάνια ρέει γενναιόδωρα και λίγοι είναι αυτοί που
υποψιάζονται ότι ο τίτλος της ταινίας του Βικτορ Φλέμινγκ θα αποδειχθεί προφητικός.
Οι περισσότεροι δεν θα εθελοτυφλήσουν ακόμα και στις 13 Μάιου, όταν ομάδα
φοιτητών θα πραγματοποιησει καθιστική διαμαρτυρία στα σκαλοπάτια του Palaisdesfestivals. Οι περισσότεροι
πείθουν τους εαυτούς τους ότι πρόκειται για μεμονωμένογεγονός, ο συντηρητικός Τύπος το υποβαθμίζει
ως γελοίο. Αλλά ακόμα πιο μετριοπαθή έντυπα μένουν αμήχανα,εκτοξεύοντας κενα
περιεχομένου,συνθήματα όπως «το φεστιβάλ των Καννών πραγματοποιεί την
Πολιτιστική Επανάσταση του» και φανερώνοντας την άρνησηή αδυναμία τους να συνειδητοποιήσουν το
μήνυμα των εκδηλώσεων.
Πίσω στο Παρίσι, όμως ο άνεμος της επανάστασης έχει
συνεπάρει αμετάκλητα τον κόσμο της τέχνης το σύνθημα «η φαντασία παίρνει την εξουσία»
έχει μεταμορφωθεί (και) σε ένα συστηματικό πόλεμο κατά της κοινωνίας του
θεάματος και της βιομηχανοποίησης του πολιτισμού. Πως θα μπορούσε να μείνει έξω
από τον χορό η κατεξοχήν βαριά βιομηχανία του σινεμά; Μέσα στον επαναστατικό
πυρετό θα συγκληθεί η Γενική Συνέλευση του Κινηματογράφου, που δεν απαιτεί
τίποτα λιγότερο από την κατάλυση του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής και διανομής
και την εγκαθίδρυση ενός νέου συστήματος αυτοδιαχείρισης. Συνεπώς, οι Βερσαλίες
του υπάρχοντος κινηματογραφικού καθεστώτος πρέπει να αλωθούν χωρίς χρονοτριβές.
Στις 18 Μαΐου 1968, ομάδα φοιτητών και κινηματογραφιστών υπό
την ηγεσία των Ζαν Λικ Γκοντάρ και Φρανσουά Τριφό διακόπτουν την προβολή της
ταινίας “PeppermintFrappe”
του Κάρλος Σάουρα μέσα σε ατμόσφαιρα πανζουρλισμού. Στην ηλεκτρισμένη αίθουσα“Ζαν Κοκτό” θα δοθεί η συνέντευξη Τύπου της
ομάδας των εισβολέων.
Hotel " Carlton" Cannes
Το φεστιβάλ των Καννών σταματά. Ο κινηματογράφος μπαίνει
στη μάχη εναντίον της γκωλικής εξουσίας. Σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τα
φοιτητικά και εργατικά κινήματα, ο κινηματογράφος συγκάλεσε τη Γενική Συνέλευση
του από τις 17 Μαΐου και διακήρυξε μέσω του Τύπου την πρόθεση του να επιβάλει
γενική απεργία σε όλη την κινηματογραφική παραγωγή. Οι σκηνοθέτες,
δημοσιογράφοι, παραγωγοί που βρίσκονται στις Κάννες αποσύρουν τη συμμετοχή τους
από το φεστιβάλ «Αρνούμαστε να γίνουμε τα μέσα μιας γενικής αποβλάκωσης στην
υπηρεσία μιας καπιταλιστικής κοινωνίας που αμφισβητούμε. Οι στόχοι μας είναι
ίδιοι με αυτούς των εργατών που βρίσκονται στον αγώνα. Θέλουμε την αλλαγή της
οργάνωσης των μέσων παραγωγής και διανομής, την κατάργηση των απαγορεύσεων.
Θέλουμε να κάνουμε ελεύθερο κινηματογράφο ενός ελεύθερου λαού». Η ανταλλαγή
πυρών με τους αντιφρονούντες δεν μπορεί πια να υπακούσει στην περίφημη γαλατική
αβρότητα. Μπροστά στην υποκριτική αγωνία μερικών θεατών να διαχωρίσουν την τέχνη
από την πολιτική, ο Γκονταρ θα ξεσπαθώσει: «Σας μιλάω για αλληλεγγύη με τους
φοιτητές και τους εργάτες, κι εσείς μου μιλάτε για τράβελινγκ και γκρο πλαν! Είστε
μαλακες!».
Ο Λουί Μαλ,η Μόνικα Βίτι και ο Ρομάν Πολάνσκι παραιτούντα αν από
την κριτική επιτροπή, ενώ οι Αλεν Ρενέ, Μίλος Φόρμαν και Καρλος Σάουρα
αποσύρουν οικειοθελώς τις ταινίες τους από το φεστιβάλ. Στην αίθουσα “Ζαν Κοκτό”
συνεχίζεται μια παράσταση που αναδρομικά μοιάζει περισσότερο με επαναστατικό
χάπενινγκ, παρά με στάδιο μιας Πολιτιστικής Επανάστασης (τα αιτήματα που
ακούγονται αφορούν από την ανατροπή του καπιταλισμού μέχρι την πληρωμή των
εξόδων των δημοσιογράφων από τους παραγωγούς). Παρ όλα αυτά, έχει τη γλυκιά γεύση της κατάλυσης της «κανονικότητας» και
τουλάχιστον πετυχαίνει τον βραχυπρόθεσμο στόχο: τη διακοπή του φεστιβάλ των
Καννών.
Όπως όφειλε, ο Τύπος της αντίπερα όχθης θα χύσει τα
κροκοδείλια δάκρυα του: «Ο Γκοντάρ κρεμασμένος από την αυλαία και οι παράγωγοι
εξοργισμένοι», «Το φεστιβάλ είναι νεκρό πριν από τη λήξη του και δε θα είναι
ποτέ ξανά αυτό που ήταν», ενώ στο στόχαστρο μπαίνουν διαδηλωτές όπως ο
σκηνοθέτης του «Ένας Άντρας Και Μια Γυναίκα» Κλοντ Λελους, που «οφείλει την
περιουσία του στο σύστημα των Καννών». Η ίδια μερίδα του Τύπου (και πιο
συγκεκριμένα η Figaro)
θα γράψει τον επίλογο του φεστιβάλ ως εξής: «Τώρα που αυτό το αξιοθρήνητο
περιστατικο είναι παρελθόν, όλος ο κόσμος επιστρέφει στο Παρίσι. Οι “επαναστάτες”
ως ιδιοκτήτες πολυτελών αυτοκινήτων, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Οι υπόλοιποι θα
πρέπει να ξεμπλέξουν με τη διακοπή της λειτουργίας των μέσων μεταφοράς».
Όπως κάθε λαϊκισμός, έτσι και το σχόλιο της Figaro ξεκινούσε από μια
χονδρικά αληθή διαπίστωση, χρήσιμη για όποιον θα επιχειρούσε να κρίνει ολόκληρο
το φαινόμενο του γαλλικού Μάη εκ του αποτελέσματος. Διότι είναι αλήθεια ότι το
όραμα της επανάστασης ήταν εξαρχής ανεδαφικό, όπως αποδείχθηκε άλλωστε από την
εύκολη εκλογική επικράτηση της δεξιάς μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα. Κι όμως,
το πνεύμα των οδοφραγμάτων και των κατειλημμένων εργοστασίων,αυτής της χωρίς
προηγούμενο αίσθησης ελευθερίας, θα συνέχιζε να πλανάται στον αέρα. Έτσι και το
πνεύμα του ιστορικού λουκέτου που μπήκε στη Κρουαζετ θα επέμενε να αναστατώνει
το σινεμά. Η Γενική Συνέλευση του Κινηματογράφου θα έθετε για λίγο καιρό ακόμα
στο τραπέζι την ανατροπή του συστήματος εκπαίδευσης, παραγωγής και
εκμετάλλευσης, μέχρι να συνειδητοποιήσει την αδυναμία της για ριζικές αλλαγές
και να διαλυθεί στο εξ ων συνετέθη. Θα απέμεναν όμως οι οργισμένες μονάδες ο Γκονταρ και η ομάδα «Τζίγκα Βερτόφ»,ο Κρις Μαρκέρ,οι
εναλλακτικές εταιρείες παραγωγής του
Κλοντ Μπερί και του Μαρίν Καρμίτζ. Οι οποίοι επίσης θα διαλύονταν ή θα
μεταμορφώνονταν ριζικά μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών. Αλλά όσοι μπόρεσαν να
κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη εκείνου του παραπετάσματος που έπεσε μπροστά από την
οθόνη των Καννών στις 18 Μαΐου, τουλάχιστον θα έχουν για πάντα τον Μάη. Κ. Σαμαρας περιοδικο Σινεμα Ιουνιος 2008 τευχος 201.
A classic of spiritual, soulful jazz – and one of Archie Shepp's
greatest albums! The set was recorded in New York after a few free and
festive years in Paris, and it's an amazing about-face that has Archie
stepping into a world of righteous, full-on, political, and funky themes
– the likes of which are far more outspoken than any of his previous
recordings. The group on the set is quite a large one – hip New York
underground players, a small string ensemble, and even a few singers –
like soul diva Joshie Armstead and vocalist Joe Lee Wilson. Overall,
the sound's somewhere in the same place as the Art Ensemble of Chicago's
amazing Les Stances A Sophie – in that the record comes from a free
jazz tradition, but moves into a more rhythmic focus in order to
communicate its message. The added vocals and recitations are wonderful
– very moving, and much less hippy-dippy than on other Shepp records of
the time – and the whole thing holds together with a unique sound and
substance that's made it a treasure that holds up again and again. A
true gem, and one we'll never part with!