Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα magazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα magazine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Μοντερνοι Ρυθμοι 1968

31 Ιανουαριου 1968 τευχος 98
 14 Φεβρουαριου 1968 τευχος 99
28 Φεβρουαριου 1968 τευχος 100


By Electric Looser

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Δυο Aphrodite's Child παντρευθηκαν. Ακολουθει ο τριτος.

Μοντερνο Τραγουδι και Τηλεορασις τευχος 305 Σεπτεμβριος 1970


By Electric Looser


Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Ross is Boss ....Diana Ross


Γεννήθηκε ως Diane Ernestine Ross στις 26 Μαρτίου του 1944 σε μια φτωχογειτονιά του Detroit. Η ιστορία της θυμίζε, παραμύθι με happy ending ή απλά την πραγματοποίηση του αμερικανικού ονείρου. Το λεπτό κοριτσάκι με την αυστηρή μητέρα ήθελε πάντα να γίνει διάσημη,να φορά όμορφα φορέματα και να τραγουδά. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 στο Detroit υπήρχαν ουσιαστικά δυο επιλογές για δουλειά. Ή θα δούλευες στην αυτοκινητοβιομηχανία ή θα δούλευες στην μηχανή παραγωγής επιτυχιών, την Hitsville, όπως είχε ονομάσει τα studio της Motown ο ιδρυτής της Berry Gordy.Εκεί γυρόφερναν όλοι οι υποψήφιοι μεγάλο, αστέρες με την ελπίδα να έρθει π σειρά τους να ηχογραφήσουν κάποιο δισκάκι.
 Η Diane προστέθηκε στην παρέα της Mary Wilson και της Florence Ballard σε μια ώρα ανάγκης για να συμπληρωθεί η απαραίτητη τριάδα. Η φωνή της δεν ήταν ιδιαίτερα καλή αλλά οι σπουδές της στη ραπτική και η λατρεία της για τη μόδα την έκαναν ευπρόσδεκτη προσθήκη στο συγκρότημα που έμελλε να μείνει στην ιστορία της μουσικής σαν το πιο πετυχημένο αμερικάνικο όνομα μετά τον Elvis Presley.  Όταν μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε τελικά η επιτυχία,ο Berry Gordy δικαιώθηκε για την επιμονή και την υπομονή του και για άλλη μια φορά απέδειξε ότι είχε την καλύτερη "μύτη" στη δισκογραφία. Σαν γνήσιος επιχειρηματίας επένδυσε και μετά καρπώθηκε την επιτυχία των νεαρών κοριτσιών που του ανήκε σε μεγάλο ποσοστό, μιας και αυτός ήταν που διάλεγε το τι θα τραγουδήσουν, τι θα φορέσουν, πώς θα μιλήσουν, πώς θα σταθούν, πού θα εμφανιστούν. Και αυτός ήταν που ξεχώρισε την Diana Ross από την αρχή, κάνοντας τις άλλες κοπέλες δορυφόρους της. Η νεαρή κοπελίτσα θα γινόταν star.Το φωτεινό της χαμόγελο και η υπέρκομψη φιγούρα της, ο τρόπος που στηνόταν και το φιλόδοξο βλέμμα της μαζί με την προνομιακή προώθηση του Gordy την έκαναν να ξεχωρίσει.


Σε μια εποχή που η συντροφικότητα ήταν το μεγαλύτερο στήριγμα των νεαρών καλλιτεχνών που περνούσαν τα πάνδεινα κάτω από την αυστηρή επιτήρηση και πίεση της Motown, οι έριδες και η κούραση έδειξαν γρήγορα τα αποτελέσματά τους με την απόλυση της Florence Ballard τον 1967, η οποία κατά πολλούς δεν άντεχε πλέον την προνομιακή μεταχείριση της Diana Ross. Εξάλλου οι στενές σχέσεις του ηγέτη της Motown με το μεγάλο του αστέρι ήταν πλέον κοινό μυστικό αν και ποτέ δεν δημοσιοποιήθηκαν επίσημα λόγω της ύπαρξης της κυρίας Gordy. Σε συνεντεύξεις της αργότερα,η Ballard θα πει ότι ο Gordy την ωθούσε να παραιτηθεί λέγοντας της ότι "είσαι εκατομμυριούχος στα είκοσι τέσσερα χρόνια σου και μπορείς να τα παρατήσεις όποτε θέλεις". Η παραγκωνισμένη Supreme βρισκόταν στα πρώτα στάδια του αλκοολισμού. Πήρε όσα χρήματα της αντιστοιχούσαν και τα σπατάλησε σύντομα για να καταλήξει πάλι στη φτώχεια.

Πέθανε μισοξεχασμένη το 1976 Τα τελευταία χρόνια της ζωής της δέχτηκε πολλές φορές οικονομική βοήθεια από την Diana Ross παρόλο που οι σχέσεις τους δεν θεωρούνταν φιλικές. Μετά την αποχώρηση της Flo, το συγκρότημα άλλαξε όνομα και έγινε Diana Ross And The Supremes με τη δικαιολογία ότι τα groups που έχουν lead singer είναι πιο περιζήτητα για ζωντανές εμφανίσεις. Στην πραγματικότητα όμως ήταν απλά κάτι  που ήθελε η Diana και ο Gordy δεν της χάλασε το χατίρι.  Στο κάτω κάτω ο κόσμος είχε κι αυτός ξεχωρίσει τη νεαρή star και έτσι το νέο όνομα δεν εξέπληξε πολλούς. Την αντικαταστάτρια της Flo επέλεξε η Diana Ross και δεν ήταν άλλη από τη Cindy Birdsong, πρώην μέλος των Bluebelles της Parti Labelle.  Η φράση Ross is Boss ήταν πέρα για πέρα αληθινή.

Παρόλο που οι επιτυχίες των Supremes συνεχίζονταν, ήταν φανερό ότι σύντομα η Diana θα ξεκινούσε solo καριέρα. Η τελευταία της επιτυχία με τις Supremes ήταν το "Someday Well Be Together" στην ηχογράφηση του οποίου οι άλλες δύο Supremes  δεν ήταν καν παρούσες. Τελικά, η αποχώρηση της από το group ανακοινώθηκε επίσημα στην τελευταία τους ζωντανή εμφάνιση τον Ιανουάριο του 1970. Την ίδια βραδιά ανακοίνωσε ότι ξεκινά solo καριέρα και παρουσίασε την αντικαταστάτριά της Jean Terrell.  Όταν η Diana επέστρεψε στο καμαρίνι της εκείνο το βράδυ, βρήκε τα δύο αγαπημένα της σκυλάκια δηλητηριασμένα.

Οι επιτυχίες για την Diana ήρθαν αμέσως. Προσπαθώντας να απολαύσει την ανεξαρτησία της και να απεξαρτηθεί από τον Gordy, το 1971 παντρεύεται τον Robert Silberstein, ένα λευκό Εβραίο manager με τον οποίο θα αποκτήσει τρεις κόρες πριν φτάσουν στο διαζύγιο το 1970. Ο γάμος αυτός θα φέρει τη δημοφιλή ντίβα αντιμέτωπη με πολλά ρατσιστικά σχόλια μιας και εκείνη την εποχή οι μικτοί γάμοι δεν ήταν κάτι κοινό για τους super stars.

Παρόλα αυτά η δημοτικότητά της δεν έπεσε και οι σχέσεις με τον Gordy παρέμειναν καλές, με τον αρχηγό της Motown να μην της χαλά χατίρι. Ο Berry Gordy είχε και άλλα μεγάλα σχέδια στο νου του για την Diana. Αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη ζωή της Bilie Holiday και πρότεινε στην Paramount την Diana Ross για τον πρώτο ρόλο. Επειδή η Paramount δίσταζε να ρισκάρει με μια πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό, ο Berry, για να τους πείσει, επωμίστηκε μέρος του κόστους της παραγωγής. Το αποτέλεσμα ήταν μια μέτρια ταινία, το "Lady Sings The Blues" που σημαδεύτηκε από την εκπληκτική παρουσία της Ross και που της απέφερε μια υποψηφιότητα για Oscar πρώτου ρόλου. Όσοι βρίσκονταν κοντά της εκείνη την εποχή, την είδαν να παθαίνει κάτι σαν ψύχωση με την Billie Holiday. Μελετούσε το κάθε τι nou ειχε σχέση με τη μεγάλη τραγουδίστρια και άκουγε συνεχώς δίσκους της. Ήθελε να απόδειξε, σε όλους ότι μπορούσε να το κάνει και το έκανε .
Η κινηματογραφική της καριέρα συνεχίστηκε με το "Mahogany", μια ταινία που της ταίριαζε περισσότερο μιας και είχε να κάνει με τον κόσμο της μόδας και της υψηλής ραπτικής.

Παρόλα αυτά η ταινία δεν γνώρισε επιτυχία. Η επόμενη ταινία της, ήταν π διασκευή του "Μάγου του Οζ" μια υπερπαραγωγή της Motown με τίτλο "The Wiz". Υποψήφια για το ρόλο της μικρούλας Dorothy ήταν η νεαρή τότε Stephanie Mills, που ερμήνευε το ρόλο με επιτυχία στο Broadway. Ένα απλό τηλεφώνημα στον Berry ήταν αρκετό για να ικανοποιηθεί και αυτό το καπρίτσιο της Ross που δεν πτοήθηκε ούτε όταν όλοι είπαν ότι αυτός ο ρόλος κάνει για ένα κοριτσάκι και όχι για μια τριαντάρα. Έτσι, η Dorothy έγινε μια εικοσιπεντάχρονη δασκάλα και η ταινία μια μεγάλη εμπορική αποτυχία παρόλη την ακριβή παραγωγή και τη συμμετοχή μεγάλων αστεριών της Motown όπως ο Michael Jackson.

Η Diana Ross ήταν από τις λίγες που κατάφεραν να περάσουν την εποχή της disco χωρίς απώλειες. Αντίθετα, γνώρισε μεγάλες επιτυχίες με αποκορύφωμα τη σύνθεση - παραγωγή των Chic [Bernard Edwards και Nile Rodgers] "Upside Down" στις αρχές της δεκαετίας του '80. Με την προσωπική της καριέρα να πηγαίνει' τόσο καλά,η Diana Ross άρχισε να επεμβαίνει περισσότερο στις επαγγελματικές επιλογές που μέχρι τώρα γίνονταν σχεδόν αποκλειστικά από τη Motown και τον Berry Gordy. Σε συνέντευξή της τότε είπε: Είμαι τριάντα επτά χρονών, έχω τρία παιδιά και δεν μπορώ ακόμα να πάρω την πλήρη ευθύνη των πράξεων μου. Δεν θέλω να πρέπει να σηκώνω το τηλέφωνο και να παίρνω τον Berry ή τη Motown αν θέλω να αγοράσω καινούριο αυτοκίνητο. Θέλω να ξέρω που βρίσκονται οι τραπεζικές μου καταθέσεις".Το 1981 η Diana Ross υπέγραψε συμβόλαιο αξίας είκοσι εκατομμυρίων δολαρίων με την RCA Records. Τα χρόνια της στη Motown ήταν παρελθόν.

Ο Berry Gordy σχολίασε το γεγονός λέγοντας: "Ένιωσα προσβεβλημένος και πληγωμένος. Έφυγε μόνο και μόνο για τα λεφτά. Όποιος κάνε, κάτι τέτοιο δεν αξίζει να είναι στη Motown...  Η Diana είναι το μεγαλύτερο αστέρι που είχαμε ποτέ, αλλά αν δεν έχει πίσω της τους σωστούς ανθρώπους θα έχει προβλήματα".  Όμως η Diana αντιμετώπισε όλα τα προβλήματα. Έφτιαξε τη δική της εταιρία παράγωγης και προώθησης και διασφάλισε με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της. Η αλήθεια είναι ότι η καριέρα της δεν έφτασε ποτέ στο ζενίθ των Supremes ή άλλων επιτυχιών όπως το Upside Down" ή το "Endless Love", το ντουέτο της με το άλλο μεγάλο αστέρι της Motown, τον Lionel Richie. Συνέχισε όμως να ζει τη ζωή της μεγάλης star απασχολώντας τον Τύπο με διάφορα κουτσομπολιά για ειδύλλια με τον Gene Simmons των Kiss ή με τον προστατευόμενο της Michael Jackson.

To 1986 παντρεύτηκε έναν Νορβηγό μεγιστάνα εφοπλιστή και εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη. Εκτοτε έχει περιορίσει το ρόλο της σ’ αυτόν της συζύγου και μητέρας, κάνοντας επίδειξη της ικανότητας της να μαγεύει το κοινό με σποραδικές live εμφανίσεις, όπως αυτή που έκανε το 1983 στο Central Park της Νέας Υόρκης μαζεύοντας πάνω από οκτακόσιες χιλιάδες θεατές.  Η δισκογραφική της πορεία είναι σταθερά σε μέτρια επίπεδα, παρόλο που κάθε νέος της δίσκος γίνεται επιτυχία, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία.  Η μουσική βιομηχανία ξεζούμισε την Diana Ross και αυτή με τη σειρά της έδειξε ότι μπορεί κανείς να ανταποδώσει στα ίσια. Ross is Boss. Περιοδικο Ποπ + Ροκ τευχος 201 Οκτωβριος '95.

Taste :

 Temptations & The Supremes (The Ed Sullivan Show) - I'm Losing You

The Ed Sullivan Show
 

By Electric Looser

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Δημητρης Πουλικακος - Μαης του 68




Από τις 8 Μαΐου, αν θυμάμαι καλά την ημερομηνία, ώς τις 26 Οκτωβρίου ήμουν «μέσα». Είκοσι μέρες στην Ασφάλεια και το υπόλοιπο διάστημα στις Φυλακές Αβέρωφ. Τα γεγονότα στη Γαλλία με βρήκαν έγκλειστο. Μια μυρωδιά μόνο παίρναμε από τα επισκεπτήρια ή από κάποιες λίγες εφημερίδες που έφταναν στη φυλακή.


Ήδη, από τις αρχές του '68, παίζαμε με τους MGC στον «Λεωνίδα», το παλιό «Συμπόσιο», ένα κλαμπ στην Πλάκα, απέναντι από την «Παλιά Αθήνα». Μόλις είχαμε πάρει τον Αντώνη Τριαντάφυλλου στο μπάσο κι εγώ είχα περάσει τραγουδιστής. Το ρεπερτόριο μας, ακραιφνώς ροκ: Στόουνς, Ζάπα, Χου, Κινκς, Ντίλαν, Κριμ, Χέντριξ, διάφορα μπλουζ... Η Πλάκα, τότε, έσφυζε από ζωή. Κυκλοφορούσες μονίμως κοιτώντας γύρω σου, ειδικά αν είχες μαλλιά και μπλουτζίν με γυρισμένα ρεβέρ. Αν σ' έπιαναν, σου έκοβαν τα μπατζάκια και τα μαλλιά, εξου και το περίφημο «εκάρησαν εν χρω κατόπιν σχετικής διαταγής». Και ο «νόμος 4000», ένας από τους πιο φασιστικούς νόμους που έχουν βγει ποτέ και οπουδήποτε, ισχύει ακόμα! Δεν νομίζω, πάντως, πως θεωρούσαν το ροκ επικίνδυνο. Πίστευαν πως όσοι ασχολούνταν μ' αυτό, οι «γιεγιέδες», δεν ενδιαφέρονταν για τα πολιτικά πως ήταν παιδάκια που δεν είχαν με τι ν' ασχοληθούν, ήθελαν απλώς να χορεύουν και να μην τους νοιάζει τίποτα. Λάθος, βέβαια.


Το ροκ, ειδικά εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς μουσική ή απλώς πολιτικοποιημένη μουσική, είχε έντονο κοινωνικό μήνυμα. Οι αντένες μας έπιαναν και άλλα πράγματα μαζί με τη μουσική. Οι Στόουνς έβγαζαν τότε το «Street fighting man». Λίγο νωρίτερα, στην Αγγλία, είχα δει στην τηλεόραση τον Τζάγκερ σ' ένα talk show, όπου διάφοροι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και λοιποί προσπαθούσαν να τον στριμώξουν. Στο τέλος, τους στρίμωχνε αυτός. Είχε επιχειρήματα, ήξερε τι έλεγε. Δεν ήταν κανένα παιδάκι που είχε γράψει απλώς «Let's spend the night together». Οι Στόουνς ήταν συνειδητοποιημένοι. Τους έχω πολύ πιο ψηλά από τους Μπιτλς, που ήταν πιο εύκολοι στο άκουσμα στο ευρύ κοινό. Όσες φορές κι αν τους ακούσεις, το ίδιο ακούς. Οι Στόουνς είναι πολύ πιο «σκοτεινή» κατάσταση. Το ίδιο και ο Ζάπα, που η μουσική του παίζεται σήμερα στην Ευρώπη από κλασικά ανσάμπλ. Μοναδική περίπτωση, όπως και ο Μπίφχαρτ ή ο Τζον Χάμοντ, ένα πολύ σεμνό παιδί, πραγματικός εργάτης του μπλουζ. Ο Νικ Γκραβενίτης, ακόμα, ελληνικής καταγωγής από το Παλαιοχώρι της Αρκαδίας, που στο Σικάγο χωνόταν στα μαγαζιά που έπαιζαν οι μαύροι. Αυτός πήγαινε εκεί και τον Μάικλ Μπλούμφιλντ και τον Πολ Μπάτερφιλντ. Αλλά το μπλουζ, που είναι η βάση του ροκ, ήταν τότε άγνωστο στην Ελλάδα. Εδώ, όταν μιλούν για μπλουζ εννοούν αργή μουσική, που χορεύεται cheek to cheek . Ακόμα και σήμερα μερικοί  αυτό πιστεύουν.

To μόνο κομμάτι με ελληνικά λόγια που παίζαμε με τους MGC ήταν το «Γύρω γύρω στη σκοπιά», το «ΑΙΙ along the watchtower» του Ντίλαν, που αργότερα έδωσα τα λόγια στον Σαββόπουλο, τα άλλαξε λίγο και έκανε το «Ο παλιάτσος και ο ληστής». Το πρώτο μας δισκάκι ήταν το «Foxy Lady» του Χέντριξ. Υπήρχαν τότε εδώ καμιά δεκαριά γκρουπάκια που έπαιζαν «δυνατά», αλλά εκείνο που ακουγόταν πιο πολύ ήταν τα γαλλικά και τα ιταλικά ελαφρά τραγούδια της εποχής. Εμείς, βασικά, παίζαμε μπλουζ: Μάντι Γουότερς, Λάιτνιν Χόπκινς, ΤζονΛι Χούκερ. Ήταν το «κρυφό σχολειό» μας. Τα βράδια καταλήγαμε στο παλιό «Βυζάντιο».
 Παύλος Σιδηρόπουλος & Δημήτρης Πουλικάκος στο Παλλάς

Ήμασταν μια παρέα που μπορούσες να μας πετύχεις οπουδήποτε. Στου «Παπασπύρου» στο Σύνταγμα, στην Πλάκα... Υπήρχε συνωμοτικότητα. Όταν ζεις μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, πρέπει να ξέρεις τι γίνεται γύρω σου. Έτσι κι αλλιώς, όμως, όλα αυτά αφορούν, μειοψηφίες. Αλλά είναι οι μειοψηφίες που μετράνε, γιατί έχουν ενδιαφέροντα, βλέπουν τι γίνεται γύρω τους, ασχολούνται, έχουν μια δυναμική. Όπως παλιότερα συνέβαινε με τους υπαρξιστές του Σίμου, παιδιά που έλεγαν «Φτάνει με τους εμφύλιους, θέλουμε να ζήσουμε»! Κι όμως, τους τσάκισαν, όπως πάντα το ίδιο γίνεται, με βδελυρό τρόπο θα έλεγα.

Εμάς μας έπιασαν για «μαύρα». Οχτώ άτομα. Κάποια καρφωτή, ως συνήθως γίνεται σ'αυτές τις ιστορίες. Ήδη, εκείνες τις μέρες ήμασταν η τρίτη «σπείρα» που έπιαναν. Στην παρέα μας υπήρχε και μια κοπέλα, η κοπέλα ενός από τα παιδιά. Στο δικαστήριο, οι μάρτυρες ήταν μπάτσοι: «Καθόντουσαν», είπαν, «σ' ένα στρώμα». Ρωτάει ο εισαγγελέας: «Και η κοπέλα μαζί;» Το μυαλό τους εκεί. Επειδή το δικό τους μυαλό είναι βρόμικο, θεωρούν πως και των άλλων είναι όπως το δικό τους. Στη φυλακή η πλειονότητα των κρατουμένων ήταν πολιτικό, ή «τοξότες»-τοξικομανείς, δηλαδή. Εξου και κάθε Κυριακή, μετά το εκκλησίασμα, γινόταν το κλασικό παιχνίδι βόλεϊ: πολιτικοί-τοξότες. Ήμαστε στην ίδια πτέρυγα. Όλος ο Ρήγας ήταν εκεί. Αλλά αν στη φυλακή, ώρες ώρες ήταν και ευχάριστα, στην Ασφάλεια η κατάσταση ήταν τραγική.

 Το συγκρότημα MGC στο κλαμπ ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Έμεινα έξι μήνες στου Αβέρωφ και κάθε τόσο έφερναν και κάποιον. Θυμάμαι τον Νικολάκη τον Κιάο σ' ένα φορείο, σκεπασμένο με μια ματωμένη κουβέρτα, τη Φρίντα τη Λιάππα, πολλά παιδιά. Τους πέταγαν στην απομόνωση. Αλλά τα ελάχιστα νέα που έφταναν από τη Γαλλία μάς έδιναν κουράγιο. Εν κατακλείδι, από μιαν άποψη μπορεί να ήταν δυσκολότερα τότε αλλά συγχρόνως και πιο ωραία. Οι φιλίες, οι παρέες ήταν αλλιώς, ανακάλυπτες διάφορα, δεν τα είχε ισοπεδώσει όλα η τηλεόραση. Τώρα σ' τα πασάρουν όλα έτοιμα, χυλό. Επικρατεί μια απάθεια επικίνδυνη, γιατί υποβόσκουν σκοτεινές καταστάσεις. Εύκολα σου επιβάλλουν πράγματα που άλλες εποχές θεωρούσες αυτομάτως φασιστικά. Ζούμε σε μια κοινοβουλευτική δικτατορία, μια άλλου είδους χούντα, χειρότερη ίσως. Στο «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» της χούντας ήξερες και έπραττες αναλόγως.
Σήμερα υπάρχει μια επίφαση δημοκρατίας. Η έννοια της έχει εντελώς διαστρεβλωθεί. Είναι μια πολύ πιο ύπουλη κατάσταση, που βασίζεται στην άγνοια και την έλλειψη ουσιαστικής παιδείας. Ως φύση, είμαι αισιόδοξος. Βλέποντας, όμως, πού πάμε, μπορώ να είμαι; "Μαης 68" ειδικη εκδοση του περιοδικου Εψιλον 18 Μαιου 2008

By Electric Looser

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Γερασιμος Λαβρανος - Rebeta Nova 1964 (Polydor)

"Μοντερνοι Ρυθμοι" τευχος 19 Νοεμβριος 1964 





Taste :

Γερασιμος Λαβρανος - Hully Gully στην Αθηνα

Γερασιμος Λαβρανος - Bolero



By Electric Looser

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Girl Groups - The Story of Sound




Η MOTOWN ηταν μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία η οποία στεγαζόταν σε ένα συνηθισμένο οίκημα στο 2648 West Grand Boulevard. Το μοναδικό χαρακτηριστικό του σπιτιού που το ξεχώριζε από τις υπόλοιπες κατοικίες της περιοχής ήταν μια επιγραφή πάνω από την είσοδο: "Hitsville USA' [βίλα των hits] έγραφε και για μια τόσο νεαρή στην ηλικία εταιρεία ο αισιόδοξος τίτλος της φάνταζε τουλάχιστον αφελής. Ωστόσο η Motown όχι μόνο κατάφερε γρήγορα να βγάλει ψεύτες τους περιγελαστές της αλλά και στα χρόνια της Beatlemania ήταν ο μοναδικός ήχος της νεανικής Αμερικής [το "The Sound Of Young America" ήταν ένα από τα σλόγκαν της] που μπόρεσε να αντισταθμίσει τη βρετανική εισβολή. Και όλα αυτά από μια εταιρεία που οι διαχειριστές της ήταν αποκλειστικά μαύροι. Το μυστικό της επιτυχίας της έγκειται βέβαια στη διορατικότητα, στον επαγγελματισμό και στους χειρισμούς του Berry Gordy. 

 Berry Gordy

Ακολουθώντας κατά γράμμα τη συνταγή του Brill Building, ο Berry Gordy στελέχωσε την εταιρεία του με νέους, ταλαντούχους και διψασμένους για δόξα και χρήμα συνθέτες και παραγωγούς [όπως τον Smokey Robinson και Holland/Dozier/Holland καθώς και με καλλιτέχνες γεμάτους όνειρα και φιλοδοξίες. Μαύρες τραγουδίστριες και κοριτσίστικα groups αποτέλεσαν την πρώτη του επιλογή για να μπει στο παιχνίδι της pop με αξιώσεις -και δικαιώθηκε πανηγυρικά. To "Please Mr. Postman "των Marvelettes ήταν το πρώτο # 1 της εταιρείας ενός πρώην εργάτη της Ford και τη μοίρα της επιτυχίας του ακολούθησαν ένα σωρό hits από κορίτσια: "Every Little Bit Hurts" από την Brenda Holloway, "Dancin Ίη The Street", "Jimmy Mack", "Nowhere To Run" από τις Martha & The Vandellas, "Two Lovers", "The One Who Really Loves You "και "My Guy" οπό τη Mary Wells, "Take Me In Your Arms" από την Kim Weston και φυσικά τα τραγούδια των Supremes.Οι Supremes υπήρξαν το πιο πετυχημένο εμπορικά γυναικείο συγκρότημα της δεκαετίας του '60 όχι μόνο γιατί το άξιζαν αλλά και γιατί έτυχαν της εύνοιας του "μεγάλου αφεντικού". 

Holland/Dozier/Holland

Αν και θα βρεθούν αρκετοί που θα αμφισβητήσουν την άποψη που λέει ότι ο Berry Gordy "έχτισε" την καριέρα της Diana Ross και των Supremes εις βάρος των άλλων κοριτσιών της Motown, εκείνο που δεν μπορούν να αμφισβητήσουν με τίποτα είναι ότι ηθικά οι Supremes αδυνατούν να ενταχθούν στην κατηγορία των girl groups. Αν τα girl groups τραγουδούσαν μέσα από την καρδιά τους στοχεύοντας στις καρδιές των fans τους, οι Supremes τραγουδούσαν μέσα από την καρδιά τους στοχεύοντας στο Las Vegas και ίσως και στο Hollywood. Και τα κατάφεραν, δεν χωράει καμία αμφιβολία, με τραγούδια αντάξια της φήμης τους και του βάρους τους. Επιτρέψτε μου μόνο να έχω πάντα φυλαγμένη μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου για τις Supremes με την Jean Terrell στη θέση της Diana Ross. Στα αφτιά μου τραγούδια όπως το "Stoned Love",το "Up The Ladder To The Roof” η το "Automatically Sunshine" θα αναπνέουν πάντα απελευθερωμένα από το "άγχος" που δυνάστευε τις προκάτ επιτυχίες των "stars" Supremes.

 Shirelles

Από τα groups της Motown, πιο κοντά στο πνεύμα των girl groups κινήθηκαν οι Marvelettes.Τα τραγούδια τους διέθεταν ένα "σκληρό" αστικό r n b beat  σήμα κατατεθέν του ήχου του Detroit και μια θεματολογία ανάλογη με εκείνη των Shirelles.Παρ' όλο που το ρεπερτόριο τους ήταν εφάμιλλης ποιότητας με εκείνο των Supremes [για κάθε "Baby Love" διάβαζε ένα "Playboy" και για κάθε “You Keep Me Hangin On" διάβαζε ένα "The Hunter Gets Captured By The Game" και παρ' όλο που στο πρόσωπο  της Gladys Horton μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς μια τραγουδίστρια πιο πειστική από την Diana Ross, οι Marvelettes από ένα σημείο και μετά "δεν πήγαν" για λόγους που γνωρίζει καλύτερα ο Berry Gordy [μήπως έφταιγε η καταγωγή τους; μήπως το ότι δεν ήταν όμορφες; ή μήπως το ότι έγιναν δημοφιλείς πριν από τις Supremes;].

 Crystals

Αν όμως οι Marvelettes έτυχαν άνισης μεταχείρισης από τους ανθρώπους της Motown μετά την πρώτη τους επιτυχία, οι Velvelettes, ένα φωνητικό κουιντέτο από το Μίσιγκαν, βυθίστηκαν στην αφάνεια προτού καν επιπλεύσουν. To "Needle In The Haystack" που άφησαν παρακαταθήκη πίσω τους είναι ένα από τα παραγνωρισμένα κλασικά της soul του Detroit: "Κάποτε πίστευα πως όλοι οι άνδρες ήταν καλοί / όμως, κορίτσια, πιστέψτε με και ακούστε τη συμβουλή μου / προσγειωθείτε, γιατί το να βρεις καλό άνθρωπο μοιάζει σαν να ψάχνεις βελόνα σια άχυρα". Αλήθεια, μίλησε κανείς για φεμινιστική pop;

 Ronnie & Phil Spector

Τελευταίο αλλά και πλέον σημαντικό συγκρότημα στον κύκλο των "χαμένων κοριτσιών της pop" ήταν οι Shangri-Las.
Οι Shangri-Las εμφανίστηκαν σχεδόν από το πουθενά το 1964, τη χρονιά δηλαδή όπου το φαινόμενο των girl groups έμπαινε στην τελική του φάση, λίγο προτού ανατραπεί ξανά η pop με την άφιξη του "Like A Rolling Stone” του Bob Dylan και την οριστική επικράτηση των Beatles στην Αμερική. Για τα ώς τότε στάνταρ που είχαν θεσπίσει τα girl groups στο image τους και στα τραγούδια τους, οι Shangri-Las φάνταζαν περισσότερο σαν μια ανωμαλία παρά σαν άλλο ένα συγκρότημα του χώρου. Τρία ατίθασα λευκά κορίτσια που συνήθως μασούσαν αναιδώς τσίχλα, φορούσαν ψηλές μπότες και εφαρμοστά παντελόνια και τραγουδούσαν για αρχηγούς συμμοριών και αποδράσεις από το σπίτι ήταν ένας επαναστατικός συνδυασμός που προκάλεσε τα ήθη της τότε Αμερικής αλλά και συνάμα αποδείχτηκε πολύ δημοφιλής.
 Ronettes

Το πρώτο τους hit "Remember [Walkin In The Sand] " περιέγραφε με ανατριχιαστική λεπτομέρεια ένα νεανικό δράμα. Μια κοπέλα λαμβάνει από το αγόρι της ένα γράμμα όπου της ανακοινώνει πως η σχέση τους έλαβε τέλος. "Ω, όχι, όχι, ΟΧΙ!", αναφωνεί με οδύνη η κοπέλα και, υπό τα κρωξίματα γλάρων και κυμάτων που σκάνε στην παραλία, θυμάται τις ευτυχισμένες στιγμές του έρωτά της. Τα ηχητικά εφέ που συνοδεύουν τις αναμνήσεις και τα ανάμεικτα συναισθήματα της πρωταγωνίστριας χρωματίζουν τόσο δραματικά το σκηνικό του τραγουδιού που αρκετοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στην Αμερική αρνήθηκαν να βγάλουν τον δίσκο στα ερτζιανά, θεωρώντας πως το "Remember" περιέγραφε το χρονικό μιας επικείμενης αυτοκτονίας. Υπεύθυνος για το δραματικό soundtrack των Shangri-Las ήταν ο George Morton [το παρατσούκλι τον ήταν "Shadow", επειδή ποτέ δεν ήταν συνεπής στα ραντεβού τον], ένας Phil Spector τσέπης, με δερμάτινο τζάκετ και μαύρα γυαλιά, ο οποίος πλαισίωνε τις "μαύρες" σαπουνόπερες του group με μια σχεδόν φουτουριστική παραγωγή, πλήρης σε ατμοσφαιρικότητα και με έμφαση στο σασπένς και στη δράση. Στο "Leader Of The Park" ο "Shadow" Morton κάλεσε στο studio νεαρούς bikers και τους έβαλε να μαρσάρουν επίμονα με τις μηχανές τους για να καταγράψει τον θόρυβο και να τον προσθέσει στο φόντο ενός τραγουδιού που σχετιζόταν με τον θάνατο. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού σήμανε και την απαρχή μιας σειράς δίσκων με παραπλήσιο περιεχόμενο, τα λεγόμενα death songs - το "Terry "της Twinkle είναι ίσως το πιο γνωστό από αυτά.
 Dixie Cups


Ενα άλλο στοιχείο που διαφοροποίησε ουσιαστικά τις Shangri-Las από όλα τα ως τότε girl groups ήταν η θέση των ίδιων των κοριτσιών μέσα στα τραγούδια. Ενώ στον "μέσο" δίσκο των girl groups οι κοπέλες ερμήνευαν συγχρονισμένα τα θέματά τους με το κατάλληλο πάθος και την απαιτούμενη ειλικρίνεια, στους δίσκους των Shangri-Las η καθεμία υποδυόταν έναν συγκεκριμένο ρόλο. Στην ουσία τα τραγούδια τους ήταν μελοποιημένοι διάλογοι, κάτι σαν να ακούς ένα τηλεοπτικό σίριαλ χωρίς να το βλέπεις. Με τη διαφορά πως τούτα τα σίριαλ πολλές φορές υπονόμευαν τους θεσμούς της κοινωνίας.  Στο "ICan Never Go Home Anymore", για παράδειγμα, η πρωταγωνίστρια το σκάει από το σπίτι με τον φίλο της και η μητέρα της πεθαίνει από τον καημό της. Πρόκειται για προπαγάνδα ενάντια στην οικογένεια που προκαλεί ίσως το κοινό αίσθημα, αλλά που είναι όμως δοσμένη με τέτοια κινηματογραφικότητα που η ρεαλιστικότητα της σχεδόν "αυτοαναιρείται". Στο "Past, Present And Future” το τελευταίο τους single στη Red Bird, εταιρεία - μεταξύ άλλων - θαυμάσιων παραγνωρισμένων girl groups όπως ot Dixie Cups, οι Butterflys και οι Jellybeans] ο Morton στήνει μια μελαγχολική ερωτική μπαλάντα πάνω στη μελωδία του "Moonlight Sonata "του Beethoven, με τη Mary Weiss να αφηγείται την ιστορία μιας ραγισμένης καρδιάς που δεν πρόκειται ποτέ να αναρρώσει: "Κάποτε πίστευα πως θα ερωτευθώ / αλλά προς το παρόν δεν φαίνεται πιθανό. / Δεν νομίζω πως θα μου ξανασυμβεί ποτέ πια". Τα λόγια σβήνουν μέσα στη μουσική και το τραγούδι ξεψυχάει αφήνοντας ένα βάρος στην ψυχή. Είναι υπέροχο, είναι θεϊκό και είναι το αριστούργημα τους. Δεν είναι επίσης καθόλου παράξενο που οι Αμερικανοί δεν μπόρεσαν ποτέ να το καταλάβουν.
Οι Shangri-Las, εσκεμμένα ή όχι, υπήρξαν πρωτοπόρες για την εποχή τους και αν η μοναδικότητά τους δεν έχει αναγνωριστεί ευρύτερα σήμερα, αυτό οφείλεται περισσότερο στην άγνοια και στην αδιαφορία του κόσμου [ο οποίος μοιάζει φυλακισμένος μέσα στα rock κλισέ του] παρά στις ίδιες.

 Shangri-Las

Πρέπει να ειπωθεί πως το χρονικό διάστημα όπου άνθησαν τα girl groups από το 1958 ως το 1964 η αμερικανική κοινωνία διένυε ημέρες "οίνου και ρόδων". Ήταν χρόνια όπου η  κυβέρνηση Κένεντι εμφυσούσε στη συνείδηση του κόσμου ένα νέο πνεύμα αισιοδοξίας, ελπίδας και άκρατου ηδονισμού για τη ζωή. Ο Μακαρθισμός τελείωνε [όπως τελείωσε και ο Αϊζενχάουερ από πρόεδρος των ΗΠΑ], οι beatniks αποκτούσαν την αξιοπιστία τους και τα τηλεοπτικά shows πολλαπλασιάζονταν, το ένα μετά το άλλο. Ήταν χρόνια αθωότητας, ευεξίας και θετικής διάθεσης.Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον τα girl groups αναπτύχθηκαν και εξέφρασαν τα συναισθήματα και τις φαντασιώσεις της νεολαίας με τον πιο άμεσο και ειλικρινή τρόπο. 

Η δολοφονία του Κένεντι ωστόσο στο Ντάλας του Τέξας το 1963 καθώς και μια σειρά πολιτικά γεγονότα όπως  το Βιετνάμ ή τα φυλετικά μίση ανέτρεψαν αυτό το κλίμα της ευφορίας και σημάδεψαν το τέλος της εποχής της "αθωότητας", τόσο στην κοινωνία όσο και στο πεντάγραμμο. Τα τραγούδια έπαψαν να είναι ρομαντικά και όταν ο Bob Dylan άρπαξε τη σκυτάλη μαζί με τους Beatles, η pop ωρίμασε μέσα σε μία νύχτα. 

Ξαφνικά στίχοι όπως "πηγαίνουμε σε ένα εκκλησάκι / και πηγαίνουμε να παντρευτούμε "[από το "Chapel Of Love "των Dixie Cups] ηχούσαν τουλάχιστον απλοϊκοί και παιδιάστικοι, ενώ τα ερωτικά τραγούδια πλέον είχαν αποκτήσει διφορούμενο νόημα.

Η κληρονομιά ωστόσο που άφησαν πίσω τους τα κορίτσια εκτιμήθηκε κατάλληλα από τις μεταγενέστερες γενιές τραγουδοποιών - και ευτυχώς όχι μόνο από γυναίκες. Καλλιτέχνες όπως οι Grand Funk Railroad, οι Manhattan Transfer, ο James Taylor, ο Bruce Springsteen, Ramones, ο John Lennon  οι Aerosmith κ.ά. απέτισαν, κατά καιρούς, φόρο τιμής στον "ήχο των girl groups" είτε διασκευάζοντας στάνταρ τους είτε αφιερώνοντας τραγούδια τους.Αποσπασμα απ το περιοδικο "Zoo"  τευχος 3 Μαιος - Ιουνιος 1997.

Taste :

Girl Groups - The Story of Sound (full movie)

By Electric Looser

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Rocky Roberts - This Is Rocky Roberts 1970 (Durium)




Label : Durium

Value :

Σύμφωνα με τα λεγόμενα τους έχουν πλέον ηχογραφήσει 60 δίσκους με μεγαλύτερες επιτυχίες το  “Can I Get A Witness”, το “Ti Beurd” και το “Monkiss”, εχουν παίξει δύο φορές με τους Rolling Stones στο Ολυμπιά, με τους Τρίνι Λόπεζ, Σάμμυ Νταίηβις τζούνιορ, Πετούλα Κλάρκ, Βίνς Ταίηλορ, Μίνα, Μπόμπυ Σόλο, Σέρφς, Beatles και επίσης εμφανιστεί σ’ ένα κινηματογραφικό φιλμ με πρωταγωνίστρια την Τζαίην Μάνσφηλντ!
- Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι από την παραμονή μας στην Ελλάδα και θα προσπαθήσουμε να έλθουμε και πάλι μόλις βρούμε ευκαιρία. "Μοντέρνοι Ρυθμοί" τεύχος 59 (13 Ιουλίου 1966)


 
Rocky Roberts & The Airedales στην Αθήνα

Κάθε βράδυ πολλοί νέοι πηγαίνουν ν’ ακούσουν από κοντά (σ.σ στο club Αθηναία) την θαυμάσια αυτή ορχήστρα της οποίας η «αντιεμπορική» (σ.σ Soul και R'n'B εννοει) μουσική αρχίζει να γίνεται εμπορικότατη ενώ μεταξύ των θαμώνων υπάρχουν μονίμως γνωστά μέλη ελληνικών συγκροτημάτων που ασφαλώς θα έχουν να διδαχθούν πολλά από τους έξοχους αυτούς μουσικούς! "Μοντέρνοι Ρυθμοί" τεύχος 60  (27 Ιουλίου 1966)

Taste :

Rocky Roberts - Rat a Tat

Download Track

By Electric Looser

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Richard Pryor mother fucker.





Η αλήθεια πονούσε πάντα σε καθεμιά από τις φλογερές κωμικές παρλάτες που ξεστόμιζε ο Ρίτσαρντ Πράιορ στις ζωντανές εμφανίσεις του. Η αλήθεια πονούσε κι από την πρώτη μέρα που ο ίδιος πάτησε το πόδι του σε αυτό τον κόσμο. Ο Ρίτσαρντ Φράνκλιν Λένοξ Τόμας Πράιορ γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1940 στο μαύρο γκέτο της Πεόρια του Ιλινόις. Η μητέρα του ήταν πόρνη. Η γιαγιά του μαντάμ στο μπουρδέλο της περιοχής. Πρώην πρωταθλητής της πυγμαχίας, ο πατέρας του δούλευε πλέον ως νταβατζής. Αναγκασμένος να μεγαλώνει στο εσωτερικό του πολυσύχναστου πορνείου, ο ανήλικος Ρίτσαρντ ερχόταν καθημερινά σε επαφή με μια ολόκληρη σειρά από ενήλικες ωμότητες. Τα φοβισμένα μάτια του στάθηκαν μάρτυρες σε αμέτρητα μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς, πυροβολισμούς και βιαστικά γαμήσια  πολλά από τα οποία είχαν για πρωταγωνίστρια τη μάνα του. Στα έξι του χρόνια, ενέδωσε ανύποπτος στη σεξουαλική επίθεση ενός νεαρού γείτονα ο οποίος τον υποχρέωσε σε στοματικό έρωτα. Στα δέκα του, ο μικρός είδε τη μάνα του να σκίζει με τα νύχια της τα γεννητικά όργανα του πατέρα του, επειδή εκείνος ύψωσε χέρι επάνω της. Στα δεκατέσσερά του αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή γρονθοκόπησε τον δάσκαλο του. Μέχρι να συμπληρώσει τα δεκαοχτώ του χρονιά, ο Ρίτσαρντ Πράιορ είχε ξοδέψει την εφηβεία του κάνοντας άφθονες μικροκλοπές, δουλεύοντας ως προστάτης στα «κορίτσια» του οίκου ανοχής ή εκτίοντας ποινή φυλάκισης στον στρατό, επειδή τραυμάτισε με μαχαίρι έναν λευκό ανώτερο του που έκανε ένα ρατσιστικό αστείο. Επιστρέφοντας στη γενέτειρά του από τη Γερμανία όπου ολοκλήρωσε τη στρατιωτική θητεία του και προκείμενου να εξασφαλίσει τα προς το ζην, ο νεαρός άρχισε να παίζει πιάνο σε ένα νυχτερινό κέντρο. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι οι θαμώνες προτιμούσαν λιγότερο το παίξιμο του και περισσότερο τα σποραδικά αστεία που έλεγε για να γεμίζει καμία φορά τον κενό χρόνο ανάμεσα στα κομμάτια. Κάπως έτσι αποφάσισε ο Πράιορ να αξιοποιήσει αυτή τη κρυμμένη κλίση που φαινόταν να έχει προς το χιούμορ.

Για το πρώτο μισό της δεκαετίας του '60 περιπλανήθηκε σε διάφορες μητροπολιτικές stand up σκηνές, χτίζοντας υπομονετικά το όνομά του με βάση ένα λαλίστατο και γαργαλιστικό αλλά διόλου ενοχλητικό είδος κωμωδίας, πρώτος έγχρωμος διδάξας της οποίας ήταν τότε ο Μπιλ Κόσμπι. Όταν μια πόρνη από τους δρόμους του Κλίβελαντ τον έβαλε να ακούσει έναν δίσκο του ριζοσπαστικού Λένι Μπρους, ο δρόμος του Ρίτσαρντ Πράιορ άλλαξε ριζικά κατεύθυνση. «Αν αυτός είναι ο ορισμός της κωμωδίας» αναρωτήθηκε ο ίδιος «τότε εγώ τι στο διάβολο κάνω; Ο Λένι Μπρους υποστήριζε ότι η αληθινή κωμωδία δεν αφορούσε το να λες αστεία. Αφορούσε το να λες την αλήθεια. Αυτό αποφάσισα, λοιπόν, κι εγώ να κάνω στο εξής: να λέω την αλήθεια». Κάποια νύχτα του 1967, στη διάρκεια μιας εμφάνισής του στο Λας Βέγκας, ο Πράιορ εγκατέλειψε το sold out ακροατήριο του στα μέσα ενός αστείου το οποίο δεν γύρισε ποτέ να ολοκληρώσει. «Ένιωσα ότι δεν είχα τίποτα ουσιαστικό να πω» εξομολογήθηκε και μαζί με τη συγκεκριμένη σκηνή διάλεξε να εγκαταλείψει ολόκληρο τον κόσμο των κωμικών παραστάσεων. Όταν επέστρεψε μερικά χρόνια μετά, ο χαριτωμένος και καλοπροαίρετος Πράιορ αποτελούσε πλέον μακρινή ανάμνηση. Τη θέση του είχε πάρει ένας οργισμένος, μανιώδης κωμικός. Το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να τον ακούς να βρυχάται και να απομένεις άφωνος.

Καθώς η δεκαετία του '60 όδευε προς το τέλος της, ο Πράιορ μεταμορφωνόταν σιγά σιγά σε έναν αθυρόστομο κήρυκα μιας ρεαλιστικής μαύρης Αμερικής στο περιθώριο. Με το που έπιανε μικρόφωνο άρχισε να δίνει ζωή και έκφραση σε μια προκλητική ανθρώπινη πινακοθήκη από πόρνες, νταβάδες, μέθυσους και πρεζόνια, μεταφέροντας τη γλαφυρή εμπειρία του γκέτο μπροστά σε πολύχρωμα ακροατήρια. Με την έλευση του 70, ο λόγος του έγινε δριμύτερος, τα αστεία του απέκτησαν μια φρενήρη θεατρικότητα, η σάτιρά του έμοιαζε ξεκαρδιστική μ'έναν οδυνηρό τρόπο. Η δική του κωμωδία καυτηρίαζε τα εθνολογικά στερεότυπα, τις φυλετικές διαφορές, την υποκρισία μιας κρυφό ρατσιστικής χώρας που αποθέωνε την υπεροχή του λευκού και την αιώνια δουλοπρέπεια και υποταγή του μαύρου. Αργά αλλά μαχητικά, ο Πράιορ έπαιρνε τη βρομιά του πεζοδρομίου, την αντίξοη πραγματικότητα των φτωχικών συνοικιών και τη συσσωρευμένη αγανάκτηση της φυλής του και τα μετέτρεπε σε αστείες γροθιές ενάντια στο τότε κατεστημένο. Οι stand up ρουτίνες του βοήθησαν την έγχρωμη συνείδηση να υψώσει ανάστημα, γκρέμισαν την αστική υπεροψία και τον ασφαλή διανοουμενισμό των περισσότερων κωμικών της εποχής, βοήθησαν το αμερικανικό χιούμορ να οσμιστεί τις μυρωδιές και τις αναθυμιάσεις της αληθινής ζωής. Η απήχηση του ιδίου είχε στο μεταξύ εκτοξευτεί στα ύψη, οι εμφανίσεις του στην τηλεόραση και οι δισκογραφικές του δουλειές συναντούσαν ευρεία απήχηση, μια καριέρα στο σινεμά φαινόταν άκρως υποσχόμενη και μια συντριπτική πλειοψηφία της αντικουλτούρας τον αναγόρευε σε ίνδαλμα και φωνή μιας ολόκληρης μερίδας πληθυσμού που αναζητούσε τρόπο προκειμένου να εκδηλώσει τον θυμό και την αγανάκτησή της.
Στο δεύτερο μισό των seventies, η ιδιωτική ζωή του Ρίτσαρντ Πράιορ έμοιαζε μολαταύτα με πεδίο μάχης. Μέχρι το '77 είχε ήδη χωρίσει τρεις φορές και εμπλακεί σε αμέτρητες κατηγορίες για εκρήξεις ζηλοτυπίας, άσκηση σωματικής βίας μέχρι και παρ'ολίγον ανθρωποκτονία: όταν μια από τις συζύγους του απείλησε να τον εγκαταλείψει, ο Πράιορ έστρεψε ένα γεμισμένο Μάγκνουμ 357 προς το μέρος της, για να αδειάσει τελευταία στιγμή το περιεχόμενο του επάνω στο αυτοκίνητο της. Τα περισσότερα από αυτά τα περιστατικά συνδέονταν με μια σχέση διογκούμενης εξάρτησης που ο κωμικός είχε αναπτύξει με την κοκαΐνη και μια πληθώρα από ναρκωτικές ουσίες. Ο αυξανόμενος εθισμός του άρχισε πολύ σύντομα να επηρεάζει και το δημιουργό μέρος της ζωής του.Το χιούμορ στις εμφανίσεις τoυ γινόταν προοδευτικά πιο επιθετικό, πιο αλλόκοτο ,ενώ οι κινηματογραφικές τoυ εμφανίσεις, που είχαν ξεκινήσει λαμπρά με δυο εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους στο «Η Κυρία Τραγουδά Τα Μπλουζ» και το «Blue Collar» του Πολ Σρεντερ, άρχισαν σταδιακά να ξεπέφτουν σε μετριότητες που είχαν ως κυρίαρχο ερεθισμό τους το χρήμα. Παράλληλα η σωματική του υγεία έστελνε ανησυχητικά μηνύματα. Ένα έμφραγμα που τον βρήκε «ενώ πηδούσα μια απο τις πιο ελκυστικές λευκές γυναίκες στον κόσμο» άνοιξε τον δρόμο προς τις σκοτεινές μέρες του '80 προαναγγέλλοντας με σαφή τρόπο την αδιάκοπη κόλαση που τον περίμενε στο εξής.

Το πρωί της 9ης Ιουνίου του 1980, στην διάρκεια μιας ψυχωτικής κρίσης που προκάλεσε μια πολυήμερη, μαραθώνια παράδοση στην κόκα, ο Ρίτσαρντ Πράιορ περιέλουσε τον εαυτό του με ρούμι και έβαλε φωτιά. Οι γείτονες και οι περαστικοί του δρόμου που βρίσκονταν έξω από το σπίτι του στο Λος Αντζελες είδαν έντρομοι τον ηθοποιό στις φλόγες- ένας ανθρώπινος πυρσός που έτρεχε ασταμάτητα ουρλιάζοντας κάποιος να τον πυροβολήσει για να βάλει τέλος στην οδύνη του. Η αστυνομία τον βρήκε σε φρικτή κατάσταση λίγα τετράγωνα παρακάτω και τον μετέφερε εσπευσμένα σε νοσοκομείο όπου ο Πράιορ πέρασε ενάμιση μήνα, προσπαθώντας να επουλώσει τα βαριά εγκαύματα που κάλυπταν το 50% του κορμιού του. Το επεισόδιο χρεώθηκε αρχικά σε ατύχημα που έγινε υπό την επήρεια ναρκωτικών φημισμένος πάντα για τη σοκαριστική ειλικρίνεια του, όμως ,ο Πράιορ παραδέχτηκε ανοιχτά ότι είχε προσπαθήσει να βάλει τέλος στη ζωή του. Λίγο καιρό αργότερα μετέτρεψε το τραγικό περιστατικό της αυτό ανάφλεξης του σε ένα ξεκαρδιστικό νούμερο των εμφανίσεών του. Αυτό που ακολούθησε, εντούτοις, από την ημέρα που λίγο έλειψε να υποκύψει στα τραύματα του ήταν μια βασανιστική καταβύθιση σε ένα προσωπικό μαρτύριο που ξεκίνησε από εξευτελιστικές επιλογές καριέρας και συνεχίστηκε με τη φθίνουσα φήμη του ηθοποιού, όπως τη ζημίωσαν ανεπανόρθωτα οι αφηγήσεις που διέρρεαν από τον ταραχώδη ιδιωτικό του βίο, αλλά και μια αίσθηση οτι μετά το «εύφλεκτο» συμβάν ο Πράιορ χρειάστηκε να παλεύει καθημερινά με τους δαίμονες του. Η παρακμή του κωμικού οφείλει να θεωρηθεί από την άλλη και ως ένα λογικό επακόλουθο της εποχής όπου η Αμερική τελούσε υπό τη σκιά της συντηρητικής διακυβέρνησης Ρέιγκαν και που ελάχιστη διάθεση είχε να ανεχτεί τις βολές ενός θυμωμένου μαύρου με μαζική επιρροή εντός και εκτός των νοητών συνόρων της φυλής του.Τρεις εβδομάδες μετά το νοσοκομείο, ο Πράιορ επέστρεψε στην κόκα. Για τα επόμενα χρόνια, οι περισσότεροι ρόλοι που αναλάμβανε στο σινεμά χρησίμευαν για να τρέφουν τους εθισμούς του. Δυο καταστροφικοί ακόμη γάμοι και μια ολιγοήμερη φυλάκιση δεν ανέστειλαν στιγμή την ενασχόλησή του με τον κόσμο των ουσιών. Κατά τραγική όμως ειρωνεία, ο Πράιορ σταμάτησε τις καταχρήσεις, όταν διαγνώστηκε ότι πάσχει από πολλαπλή σκλήρυνση, μια εκφυλιστική ασθένεια των μυών προορισμένη να τον οδηγήσει σταδιακά στην παράλυση, σηματοδοτώντας παράλληλα το υποχρεωτικό πέρας της καριέρας του, την απομόνωση από τον έξω κόσμο, τη χρόνια κατάθλιψη κι ένα πρόωρο φινάλε που τον βρήκε με τη μορφή ενός μοιραίου εμφράγματος, τον Δεκέμβρη του 2005.

Ο Ρίτσαρντ Πράιορ ήταν 65 ετών και έμοιαζε με αποσκελετωμένο ομοίωμα του πρότερου εαυτού του, όταν έφυγε από τη ζωή.  Τα τελευταία 20 χρονιά του τα πέρασε υπό ένα καθεστώς ανομολόγητου σωματικού πόνου και ψυχολογικής κατάπτωσης. Αφοσιωμένο του στήριγμα στάθηκε όλον αυτό τον καιρό η Tζενιφερ Λι, τέταρτη σύζυγος της ζωής του την οποία ο Πράιορ είχε κακομεταχειριστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο . Σοκαρισμένη από το θέαμα του πρώην άντρα της ο οποίος είχε περιέλθει σε αξιοθρήνητη φυσική κατάσταση, η Λι έμεινε μαζί του μέχρι το τέλος. Ήταν η μοναδική πράξη συγκινητικής αγάπης σε μια ζωή που υπήρξε εξαρχής καταδικασμένη να ζει χωρίς αυτό το προνόμιο. Και στάθηκε ταιριαστή ίσως αυλαία για μια ανθρωπινή ύπαρξη που δεν κατάφερε ή δεν μπόρεσε ποτέ να γνωρίσει τη διάφορα που χωρίζει την κωμωδία από την τραγωδία .

Taste :

Richard Pryor clips 
 


By Electric Looser