To πλήρες όνομά του ήταν Gino Gudsi και εμφανίσθηκε
στη χώρα μας στις αρχές του 64 σε μία περίοδο όπου η εγχώρια σκηνή
πραγματοποιούσε δειλά τα πρώτα της βήματα. Την ίδια χρονιά με επιρροές από τα
αμερικάνικα μουσικά πρότυπα ηχογράφησε μαζί με τους Γαλαξίες δύο 45άρια στην
ιστορική Polydor με τη πορτοκαλί
ετικέτα, λάνσαρε ένα καινούριο χορό που τον ονόμασε Snap ενώ παράλληλα ανέλαβε
και τη παραγωγή στο πρώτο δίσκο των αδελφών Μπρόγερ που αποτελούσε μία διασκευή
της ρέγγε επιτυχίας "My Boy Lollipop".
Κάτω από διεθνείς προδιαγραφές ο ίδιος το επόμενο έτος
συμμετέχει στο Φεστιβάλ του San Remo και περιοδεύει σ' όλη την Ευρώπη. Στα τέλη
της δεκαετίας επιστρέφει στην Ελλάδα και με τη συνοδεία της συντρόφου του και
τραγουδίστριας Lucille κυκλοφόρησε μια αλυσίδα από LP's και 45άρια τα οποία
όμως γνώρισαν περιορισμένη εμπορική κίνηση.
Διαφημίσθηκε σαν ένα μίνι Woodstock, χρησιμοποιώντας
παράνομα βέβαια και το σήμα κατατεθέν του γνωστού φεστιβάλ. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1973
λοιπόν, στην πλαζ του Αγίου Κοσμά γίνεται το "πρώτο" υπαίθριο
φεστιβάλ στην Ελλάδα.
Οι Middle On The Road καθως ανεβαινουν στη σκηνη.
Οι Middle On The Road ήταν το δεύτερο ξένο σχήμα που
επισκεπτόταν την Ελλάδα - το πρώτο ήταν οι Rolling Stones τον Απρίλιο του 1967.
Μαζί τους έπαιξαν οι Socrates. Τα εισιτήρια κόστιζαν 50 δρχ. και τη συναυλία
διοργάνωσε το περιοδικό "Φαντάζιο" και ο Τόνυ Πέρις. Τη βραδιά
άνοιξαν οι Κάστορες [group πον συμμετείχε και στο Pop Festival 73, που οργάνωσε
ο Κώστας Γιαννίκος]. Ακολούθησαν οι Socrates, οι οποίοι ξεσήκωσαν τον κόσμο. Η
συναυλία μαγνητοσκοπήθηκε από την ΥΕΝΕΔ. Βέβαια μιλάμε για ένα φεστιβάλ -παρωδία,
που συγκέντρωσε 2.000 άτομα περίπου.
Socrates επι σκηνης
Μετά από μια εβδομάδα οι ίδιοι διοργανωτές
έστησαν ένα ακόμη φεστιβάλ φάντασμα, αυτή τη φορά στο γήπεδο του Μίλωνα με προσκεκλημένους
τους Mungo Jerry. To group συγκέντρωσε περίπου 200 άτομα. Είχε προγραμματισθεί
και μια εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη η οποία βέβαια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντί
αυτής, ορίστηκε ένα δεύτερο live του group στην Αθήνα, στο θέατρο “Ρουαγιάλ”. Και
εδώ αρχίζει η ιστορία του παράλογου. Οταν το group πήγε στο θέατρο, το βρήκε
κλειστό και δεν υπήρχε ούτε μια αφίσα που να διαφημίζει το γεγονός. Φυσικά το
live δεν έγινε ποτέ. Στη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα οι Mungo Jerry
εμφανίσθηκαν στην τηλεόραση του [τότε] ΕΙΡΤ. Περιοδικο Zoo τευχος 5 Σεπτεμβριος - Οκτωβριος 1997
Mungo Jerry και Γιαννης Πετριδης 22 Σεπτεμβρίου 1973
Οι Lovers δημιουργήθηκαν το 1968 και η ψυχή του
συγκροτήματος, η φωνή αλλά καμιά φορά οι κιθάρες ήταν ο Σωτήρης Κοματσιούλης. Αυτός
ήταν που τους συγκέντρωνε, που τους ξεσήκωνε αλλά και αυτός που τις
περισσότερες φορές τους στήριζε ηθικά αλλά και οικονομικά. Τα προβλήματα πολλά.
Χρόνος, χρήματα, μηχανήματα, χώρος για πρόβες και live σκηνές ήταν μόνο κάποια
από αυτά. Όμως η αγάπη καμιά φορά μπορεί να ξεπεράσει την οποιαδήποτε
αντιξοότητα. Ακόμη και όταν ο Σαράντης Σαράντος δημοσιογράφος της εποχής, σε άρθρο
του, σε Αθηναϊκό έντυπο, χαρακτήριζε το Σωτήρη 'monkey', για τις χορευτικές του
φιγούρες επί σκηνής, αυτοί δε 'μασήσανε', αν και το group ήταν ακόμη στα
σπάργανα. Απεχθάνονταν το 12μετρο και έψαχναν κάτι 'δυσκολότερο' να συνθέσουν.
Στην μπάντα ακόμη συμμετείχαν οι: Βαγγέλης Μηνάς (πλήκτρα και τρομπέτα),
Χρήστος Αυγερινός (μπάσο σαξόφωνο), που είχε το ψευδώνυμο 'Βοσκόπουλος', Τάκης
Μαριέτος (τενόρο σαξόφωνο), Σάκης Βασιλείου (κιθάρες), Λάκης Κορδελάς (μπάσο
κιθάρα), που αργότερα αντικαθίσταται από τον Πέτρο Μέλιο στο μπάσο, Γιώργος
Μηνάς (τύμπανα) και Φόρης Σαμπάνης (τρομπέτα). Τους αρέσει να παίζουν Soul,
γιατί όπως οι ίδιοι λένε στη μπάντα υπήρχαν πνευστά. Πώς να είναι δυνατόν να
αφήσουμε εκτός τα πνευστά, αναρωτιόντουσαν! Όλοι τους τινέητζερς, μεταξύ 14-17
ετών, που με περίσσιο τσαγανό διασκευάζουν Rocky Roberts, Otis Redding, James
Brown αλλά και Animals, Rolling Stones και Jimi Hendrix. Οι νέοι της πόλης τους
αγάπησαν κι αυτοί δε χάνανε ευκαιρία να τους το ανταποδίδουνε με την μουσική τους.
Κάνουν 'σπίτι' τoυς το nightclub
"Αλκαζάρ" του Νίκου Μπάμπαρη, οργανώνουν απογευματινά ρεσιτάλ, όπου
συχνά τous προλογίζει ο Γιάννης Πετρίδης, μετέπειτα παραγωγός τns Philips, μιας
και είχε περάσει από τη Λάρισα υπηρετώντας εκεί την στρατιωτική του θητεία.Tους γούσταρε και όταν εμφανίζονται έρχεται αποκλειστικά γι αυτούς. Ακολουθεί η
πρόσκληση του "Rio" club, του μεγαλύτερου χώρου που διέθετε η πόλη
την εποχή εκείνη. Εκεί εμφανίζονται 2-3 φορές την εβδομάδα με highlight την
στιγμή που η Βίκυ Μοσχολιού χορεύει τα τραγούδια τous. Οι κριτικές
θριαμβευτικές, οι εφημερίδες γράφουν διθυράμβους - με τον Κο Απέργη της
Ελευθερίας- να τous υμνεί σε κάθε του ευκαιρία.Θυμούνται όταν παρακινούσαν τοπικούς μουσικούς να δημιουργήσουν σχήματα για να παίξουν μαζί, αλλά κι όταν
μοιράστηκαν την σκηνή με τους Persons και την Έλενα, ήδη καταξιωμένους
καλλιτέχνες στην εγχώρια σκηνή αλλά και με ηχογράφηση στο ενεργητικό τους.
Αποκορύφωμα το live που οργανώνεται από το "Rio" στον Πλαταμώνα όπου
κόσμος συνωστίζεται για να τους δει, επί σκηνής! Χαρακτηριστικά ο Σωτήρης
εξομολογείται: Όπου κι αν κοίταζες έβλεπες νέους! Ανεβήκαμε στη σκηνή και όσο
μπορούσες να δεις, έβλεπες κόσμο!
Απ το live στο Πλαταμωνα
Τα σύνορα αυτής της μικρής επαρχιακής πόλης των τελών της
δεκαετίας του εξήντα δεν μπορούν να τους κρατήσουν. Σ' αυτό βέβαια βοηθάει και
η τύχη! Ο Σωτήρης κερδίζει 150.000 δρχ. στο λαχείο, εξαγοράζει την 'ελευθερία'
του και η μπάντα ετοιμάζει τις βαλίτσες του για αλλού... Σε πρώτη φάση
κατεβαίνει στην Αθήνα ο Σωτήρης.Ψωνίζει κουστούμι και με το demo ανά χείρας
επισκέπτεται δισκογραφικές.Πάει στη Philips, από 'κει στον Μίμη Πλέσσα και στο
τέλος στη ΜΙΝΑ records. Εκεί υπογράφει συμβόλαιο και εμφανίζεται στην
σειρά τns ΕΙΡΤ «Ένα Φως Στην Ομίχλη», ως trio, με την Χριστίνα Σύλβα στα vocals
πρωταγωνίστρια του σίριαλ και στη κιθάρα ο Στέλιος Καρακάσης επιφανής γιατρός
σήμερα στη Λάρισα. Επιστρέφει στην πόλη όπου τον ανέδειξε με το συμβόλαιο στις
αποσκευές του, πιστεύοντας ότι τα κατάφερε.
Κάπου εκεί πείθονται και οι
περισσότεροι για την ηχογράφηση στην Αθήνα. Παίρνοντας το πρώτο τρένο, μπαίνουν
στα studios, κάπου στην οδό Καραγιώργη Σερβίας, για να κάνουν κάτι. Καταφέρνουν
να ηχογραφήσουν.Γι αυτή την ηχογράφηση,
κάποια από τα μέλη, δεν έρχονται στην Αθήνα λόγω προσωπικών κολλημάτων κι έτσι
στα πλήκτρα επιστρατεύεται ο Σούλης Κουερίνης, οργανίστας των "Sover
Group" αλλά και στο μπάσο καποιος που δεν συμμετείχε στην αυθεντική
σύνθεση των Lovers. Τυπώνουν ένα single στην ετικέτα της Mina Records -
αποκλειστική αντιπρόσωπος της Decca εκείνη την εποχή- όπου ο ιδιοκτήτης της
είχε κάποιες αντιρρήσεις σχετικά με τα back vocals, με την μπάντα να επιμένει
ότι 'είναι καλό'. Όταν αυτό ξεπεράστηκε, τους ζητείται ένα ποσό για να
κυκλοφορήσει. Μπορεί βέβαια να υπήρχαν τα χρήματα του λαχείου όμως η ηθική
υπόσταση δεν επέτρεπε στα μέλη της μπάντας να πληρώσουν ώστε το επτάιντσο να
βγει προς τα έξω. Τελικά δε κυκλοφόρησε ποτέ, αλλά πληροφορίες μας λένε ότι
κάποια μέλη από την ηχογράφηση πήραν, σε μορφή κασέτας,
κατι ως ενθύμιο κι όπως θυμάται ένας από
αυτούς, το single είχε τυπωθεί σε multicolor βινύλιο και για την ιστορία να
πούμε ότι τα κομμάτια που είχαν συμπεριληφθεί ήταν τα: "Έφυγε το
Καλοκαίρι", "Δεν Ξέρεις το Μάθημα", "Η Δική μου η
Αγάπη" και "Πόσο σ' Αγαπώ".
Μαθητές όλοι τους επιστρέφουν στη Λάρισα και στην
καθημερινότητα τους. Ο Σωτήρης Κοματσιούλης συνέχισε να ασχολείται με την
μουσική ως τις μέρες μας, ηχογραφώντας μάλιστα ένα single στη Pan Vox στα 1972
με τον τίτλο "Επιδρομή Από Τον Άρη / Σαν Τον Άνεμο", αλλά αυτό είναι
μια άλλη ιστορία.Ο Βαγγέλης Μηνάς πέρασε ως μαέστρος από τη Φιλαρμονική της Λάρισας
στα 80's ασχολήθηκε με το εγχώριο ποπ παίζοντας με Βιτάλη, Σούκα κ.λπ. σήμερα
ζει στο Ισραήλ, ο Χρήστος Αυγερινός μουσικός έως τα 80'ς σήμερα χαμένος.
Πρόλαβε και έκανε μια λαϊκή επιτυχία στα 90's το «Για τα Μάτια του Κόσμου!» Ο Τάκης
Μαριέτος, σήμερα συνταξιούχος μετά από 25ετή θητεία στην στρατιωτική μουσική
σχολή της Λάρισας, ο Σάκης Βασιλείου είναι στις ΗΠΑ, ο Λάκης Κορδέλας
διατηρούσε ζαχαροπλαστείο μέχρι πρόσφατα στην Κυψέλη, ο Γιώργος Μηνάς καθηγητής
κλασικών κρουστών στο ωδείο Λαρίσης και επί μια 25ετία μαέστρος στη Φιλαρμονική
Λάρισας και ο Φόρης Σαμπάνης, συνεχίζει αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα, να
παίζει τρομπέτα, επαγγελματικά πια, στη φιλαρμονική της πόλης του. Belle |Vue τευχος XI.
Γεννημένη στις 27 Αυγούστου του 1947, η Τιούσντεϊ δεν
βαφτίστηκε φυσικά Τρίτη (Tuesday=Τρίτη) αλλά ήρθε σε τούτο τον κόσμο ως Σούζαν
Κερ Γουέλντ, κόρη του φίλτατου Λάνθροπ Μότλεϊ Γουέλντ, της γνωστής οικογένειας
βαμβακοΒαρόνων Η μητέρα της, Γιοζίν Μπάλφουρ Κερ ήταν μια φτωχή εκπατρισμένη
Λονδρέζα, κόρη γνωστού αλλά μάλλον όχι ιδιαίτερα ευκατάστατου εικονογράφου που
διέπρεψε στο περιοδικό Life. Όπως και να χει το πράγμα, οι συγγενείς του ανδρός
της την θεωρούσαν πάντοτε ζητιάνα και όταν ο μέγας Λάνθροπ απεβίωσε, έχοντας
ροκανίσει στο μεταξύ την περιουσία του, η φίλτατη οικογένειά του της γύρισε
φυσικά την πλάτη. Ήταν άλλωστε η τέταρτη κατά σειρά σύζυγος του και, παρόλο που
του είχε χαρίσει τρία υγιέστατα παιδάκια, κανένας δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά.
«Η οικογένεια του μπαμπά μου ήταν ματσωμένη», θυμάται η Τιούσντεϊ σε μια από
τις ελάχιστες καταγεγραμμένες συνεντεύξεις της, «και προσφέρθηκαν να μας
αναλάβουν και να πληρώσουν για τη μόρφωσή μας υπό τον όρο ότι η μαμά δεν θα μας
ξανάβλεπε ποτέ. Η μαμά ήταν ένα ορφανό από το Λονδίνο και η οικογένεια του
πατέρα μου την αντιμετώπιζε σαν να είχε βγει από τον υπόνομο. Πρέπει να της το
αναγνωρίσω, πάντως, ότι αρνήθηκε να μας εγκαταλείψει».
Όπως ήρθαν βέβαια τα πράγματα, ίσως θα ήταν καλύτερα να το
είχε κάνει . Ανίκανη να φροντίσει την οικογένειά της, η μαμά θεώρησε ότι δεν
είχε άλλη επιλογή απ'το να «εκπορνεύσει» τα παιδιά της. Ενοικίασε την Τιούσντεϊ
σε πρακτορείο παιδικών μοντέλων και η κατρακύλα ξεκίνησε, «Άρχισα λοιπόν να ταΐζω
ολόκληρη την οικογένεια. Αναγκάστηκα να πάρω τη θέση του πατέρα μου με πολλούς
και διάφορους τρόπους. Η μαμά περίμενε να επανορθώσω όχι μόνο για τα λάθη που
είχε κάνει όσο ζούσε, αλλά και για όλα όσα είχαν πάει ποτέ στραβά με τη ζωή
της. Απέκτησε μια τρομερή εμμονή μαζί μου και με έπνιξε σε ωκεανούς
υποτιθέμενης αγάπης που μου κάθισαν στο στομάχι. Ακόμα και τώρα νομίζει ότι της
χρωστάω τα πάντα. Προσπάθησε βέβαια να βάλει και τα υπόλοιπα αδέρφια μου στο
μόντελίνγκ, αλλά αυτοί προτιμούσαν το κολύμπι. Εγώ όμως ήμουνα το καθυστερημένο
της οικογένειας και το λάτρεψα απ την πρώτη στιγμή. Ήταν μια μορφή φυγής».
Με
το που την ερωτεύτηκε ο φακός, όλα άλλαξαν. Η Τιούσντεϊ άρχισε να μπαινοβγαίνει
σε διάφορα σχολεία σαν να ήταν τουρίστας, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρξε
ποτέ κανονική μαθήτρια.Την εποχή εκείνη, η πολιτεία της Νέας Υόρκης δεν είχε
θεσπίσει ακόμα νόμους ενάντια στην παιδική εργασία και δεν υπήρχε κάνεις για να
την προστατέψει. Ή τουλάχιστον να τη σταματήσει.
«Εκτός απ'το μόντελινγκ, εμφανιζόμουν και σε τηλεοπτικές
εκπομπές κι αντί να πηγαίνω σχολείο έκανα μαθήματα δια αλληλογραφίας - δηλαδή
τους έγραφα και τους έλεγα ότι είχα δουλειά! Αλλά και δουλειά να μην είχα,
ξύπναγα το πρωί, αποχαιρετούσα τη μαμά λέγοντας ότι πηγαίνω σχολείο και τράβαγα
για το Βίλατζ για να μεθύσω. Μερικές φορές έπινα σε μπαρ, άλλες φορές σε πάρτι,
διαφορετικά μέθαγα και στο σπίτι».
Σε ηλικία 9 χρονών είχε ήδη πάθει τον πρώτο
της νευρικό κλονισμό, στα 10, ως έμπειρη βετεράνος, είχε ενορχηστρώσει το πρώτο
της comeback και στα 12, πιστή στα βήματα της Τζούντι Γκάρλαντ, είχε ερωτευτεί
έναν ομοφυλόφιλο. Όταν αυτός δήλωσε ανίκανος να υποκύψει στα κάλλη της,
αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. «Έχω ένα παράξενο συναίσθημα ότι δεν πιστεύεις
λέξη απ όσα σου λέω» φέρεται να λέει συνωμοτικά η Τιούσντεϊ στον ταλαίπωρο
δημοσιογράφο των New York Times που κατέγραφε άναυδος τις εξομολογήσεις της σε
ελαφρώς κακόγουστο ξενοδοχείο της Ανατολικής Όχθης, εν έτη 1971.Τα δάχτυλα
βυθισμένα στα μαλλιά της χτένιζαν αφηρημένα μια ξανθιά τούφα. Μαύρο καλσόν,
κοντή φούστα κι ένα γοητευτικό μικρομέγαλο χαμόγελο. Ήταν μόνο 24 χρόνων και
είχε ήδη 15 χρόνια εμπειρία στο καμάκι. Εντάξει λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι σε
πιστεύουμε. Πόσο σοβαρή ήταν αυτή η απόπειρα αυτοκτονίας; «Ένα κουτί ασπιρίνες,
ένα κουτί υπνωτικά κι ένα μπουκάλι τζιν. Ήμουν σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα,
αλλά μπήκε στο δωμάτιο η μαμά και με βρήκε. Έμεινα σε κώμα πολύ καιρό. Έχασα
την όραση και την ακοή μου κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Όταν συνήλθα, αποφάσισα
να ζητήσω βοήθεια, αλλά η μαμά θεώρησε ότι δεν χρειαζόμουν ψυχανάλυση. Δεν θα
ήταν, λέει, καλό για το image μου. Εξάλλου, το κοριτσάκι της ήταν μια χαρά. Για
πες μου λοιπόν, ποια ήταν η πιο τρελή από τις δυο μας;»
Η μαμά από την κόλαση όμως ήταν αποφασισμένη να εκμεταλλευτεί
μέχρι και την τελευταία σταγόνα το star power της άτακτης κορούλας της. Το 1956
κατάφερε να πουλήσει έρωτα στον Χίτσκοκ - που ως γνωστόν είχε μεγάλη αδυναμία
στις ξανθιές - με αντάλλαγμα ένα σύντομο πέρασμα απ'το «The Wrong Man».
Αν όμως ανήκετε στους φανατικούς αναλυτές της διότι υπάρχουν
κάμποσοι , εκεί έξω που δεν θα ησυχάσουν ποτέ αν δεν κυκλοφορήσει η
αυτοβιογραφία της,τότε ίσως να έχετε αντιρρήσεις. Η Τιούσντεϊ φέρεται να κάνει
τη μετάβαση στη μεγάλη οθόνη στο «Rock, Rock, Rock» - ένα φτηνιάρικο εφηβικό
φιλμ με τους Αλαν Φριντ,Τσακ Μπέρι,Λαβέρν Μπέικερ και Φατς Ντόμινο. Μετά από
μια σειρά άκαρπων τηλεοπτικών εμφανίσεων στη Νέα Υόρκη, η μαμά Γουέλντ βαρέθηκε
να την πληρώνουν ψίχουλα κι έφυγε άρον άρον για Χόλιγουντ. Το αλάνθαστο ένστικτο
της προσγείωσε Τιούσντεϊ στο «Rally 'Round The Flag, Boys!» (1958),
μεταμορφώνοντάς τη σε χρόνο ρεκόρ στο αγαπημένο κορίτσι των σκανδαλοθηρικών
περιοδικών. Οι αρχι-κουτσομπόλες Χένια Χόπερ και Λουέλα Πάρσονς την κατηγόρησαν
για ανάρμοστη συμπεριφορά - «Η δεσποινίς Γουέλντ δεν είναι καθόλου καλός
εκπρόσωπος για τη βιομηχανία του κινηματογράφου» είχαν δηλώσει - ενώ οι
συμπρωταγωνιστές της είτε την αγαπούσαν είτε τη μισούσαν. «Η Τιούσντεϊ είναι 15
ετών στα 27» είχε πει ο Ντάνι Κει, που έπαιξε πλάι της στο «Five Pennies» στα
τέλη της δεκαετίας του '60. Και μετά ήρθε ο Ελβις.
«Μπήκε στο δωμάτιο και όλα σταμάτησαν. Ο Ελβις ήταν τόσο
όμορφος που ακόμα κι αν ήταν παντελώς ατάλαντος δεν θα είχε καμία σημασία. Αυτό
το πρόσωπο, αυτή η παρουσία... Και ήταν αστείος, γοητευτικός και περίπλοκος,
αλλά δεν του φαινόταν. Δεν το καταλάβαινες αμέσως. Το πρώτο πράγμα που έβλεπες
ήταν μια φοβερή δίψα». Ήταν Ι961,ηΤιουσντέί ήταν Ι7 χρόνων και η ταινία λεγόταν
«Wild In The Country», αν και ο τίτλος δεν είχε φοβερή σημασία. Θα μπορούσε να
ήταν οποιοδήποτε από τα σκουπίδια που είχε συμμετάσχει ως τότε (διαλέξτε και
πάρτε: «Because They' Re Young», «Sex Kittens Go To Colleger «HighTime»,«The
Private Lives Of Adam And Eve»), εξαντλώντας το ταλέντο της σε ρόλους σέξι
γατούλας. Οι φήμες για ομαδικά όργια με τον Ελβις έδιναν κι έπαιρναν, αλλά η
ίδια δεν έδινε δεκάρα. Ότι κι αν έκανε το κοινό της τη λάτρευε. Ή μάλλον τη
λάτρευε ακριβώς για όλα όσα έκανε. «Όταν η μαμά άρχισε να παραπονιέται για τις
περιπέτειές μου, της είπα ότι αν δεν με αφήσει ήσυχη θα τα παρατήσω, που
σημαίνει τέρμα τα λεφτά. Η μαμά είναι σαν ζηλιάρης γκόμενος. Πάντα μισούσε τους
άντρες της ζωής μου». Μέχρι που, μια ωραία πρωία, άνοιξε την πόρτα και έφυγε.
Αγόρασε δικό της σπίτι και συνέχισε να παίζει τη χαριτωμένη δεκαεξάχρονη για τα
επόμενα έξι χρόνια προκειμένου να πληρώνει τους λογαριασμούς, Η πρώτη φορά που
πήρε την καριέρα της στα σοβαρά ήταν το 1963, όταν έκλεψε την παράσταση μέσα
από τα χέρια του Τζάκι Γκλίζον στο «Soldier In The Rain». Οι κριτικοί της
αναγνώρισαν τους κόπους της · και ένας νεαρός σεναριογράφος, ονόματι Κλοντ
Χερτς, της αναγνώρισε ακόμα περισσότερα, όπως το δικαίωμα να πάρει τον εαυτό
της στα σοβαρά. «Αισθάνθηκα ότι όλα όσα είχα κάνει ως τότε στη ζωή μου ήταν
λάθος κι ότι θα έπρεπε να είχα γίνει σπιτονοικοκυρά. Ο γάμος μας κράτησε 5
χρόνια. Ηταν άλλο ένα λάθος, αν εξαιρέσουμε την κόρη μου, για την οποία είμαι
πιο περήφανη απ'οτιδήποτε άλλο στον κόσμο».
Κάπου εκεί άρχισε να παρουσιάζει έντονα σημάδια αλλεργίας
στην επιτυχία. Απέρριψε τον ρόλο της Σου Λάιον στη «Λολίτα» («Ήμουν η Λολίτα,
δεν ήταν ανάγκη να την παίξω κιόλας!»), της Φέι Ντάναγουεϊ στο «Μπόνι Και
Κλάιντ»,της Γκόλντι Χον στο «Λουλούδι Του Κάκτου» κι έναν από τους γυναικείους
χαρακτήρες του «Μπομπ & Κάρολ & Τεντ & Αλις». Και μη νομίζετε,
φυσικά, ότι πέρασε απαρατήρητη από τον Ρόμαν Πολάνσκι. Ήταν η πρώτη του επιλογή
για το «ΜωρόΤης Ρόζμαρι», αφού ο νυμφιδιοφάγος σκηνοθέτης ήταν πεπεισμένος ότι
η αστραφτερή ομορφιά της θα έκανε ωραία αντίθεση με την υποχθόνια ατμόσφαιρα
της ταινίας. Το στούντιο όμως προτίμησε την Μια Φάροου,που εκείνη την εποχή
διέπρεπε στη βραδινή σαπουνόπερα «Πέιτον Πλέις». Όχι πως η Τιούσντεϊ έκανε και
τίποτα για να τους πείσει να αλλάξουν γνώμη. Μάλλον το αντίθετο. Αλήθεια, γιατί
τόση απαξίωση; «Τόσο πολύ σας νοιάζει. Εντάξει λοιπόν! Το απέρριψα γιατί μου
ζήτησαν να κάνω δοκιμαστικό. Τα δοκιμαστικά είναι η απώτατη ταπείνωση. Η μάλλον
όχι, υπάρχουν και χειρότερα. Η κόρη μου ήταν πολύ μικρή τότε. Ξέρετε πώς είναι
να είσαι κλεισμένη όλη μέρα στο σπίτι με ένα νήπιο; Σκέτη φρίκη! Ξέρετε τι
είναι να πρέπει να μιλάς όλη μέρα σε ένα πεντάχρονο; Εμένα να ρωτήσετε! Ήμουν
ξαφνικά αναγκασμένη να παίζω την καλή σύζυγο, να πλένω, να μαγειρεύω,να
καθαρίζω, να κάνω τη μαμά. Ήταν πιο ταπεινωτικό κι από δοκιμαστικό!»
Αποφασισμένη να διατηρήσει την καλλιτεχνική της ανεξαρτησία,
προτίμησε το «Pretty Poison» του Νόελ Μπλακ, όπου βρέθηκε για πρώτη φορά δίπλα
στον Αντονι Πέρκινς κι απέναντι από έναν σκηνοθέτη που αντιπάθησε από την πρώτη
στιγμή. «Μη μου τον θυμίζετε! Δεν μπορούσα να τον αντέξω τον άνθρωπο. Και μόνο
που μου έλεγε καλημέρα, μου χάλαγε ολόκληρη την εβδομάδα. Περισσότερα έμαθα
παίζοντας στην τηλεόραση πάρα στο "Pretty Poison"». Μήπως όμως τον αντιπαθούσε
για τον απλούστατο λόγο ότι την έκανε διάσημη; «Νομίζετε ότι διψάω για
επιτυχία; Απέρριψα το "Μπόνι Και Κλάιντ" με τη δικαιολογία ότι
θήλαζα, αλλά Βαθιά μέσα μου ήξερα ότι θα γίνει τεράστια επιτυχία.Το ίδιο και με
το "Μπομπ & Κάρολ & Φρεντ & Σου" ή όπως στο καλό λεγόταν
αυτό. Βρωμούσε επιτυχία στο χιλιόμετρο».
Ομολογουμένως, το «Pretty Poison» δεν έτυχε ιδιαίτερα θερμής
υποδοχής όταν κυκλοφόρησε στις αίθουσες. Ανακαλύφθηκε χρόνια αργότερα,όταν το
βρετανικό περιοδικό Sight & Sound παρατήρησε ότι «Η Τιούσντεϊ Γουέλντ
κυριαρχεί στη ταινία, όπως ακριβώς κυριαρχεί πάνω στον αδύναμο σύντροφο της. Η
σταδιακή της μεταμόρφωση από αθώο σχολιαρόπαιδο σε ψυχρή δολοφόνο και
απαιτητική μηχανή του σεξ είναι ανατριχιαστικά πειστική». Πράγματι, το «Pretty
Poison» είχε τρυπώσει στην πιο σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της, αποσπώντας μια
ερμηνεία που αξίζει να φοβάσαι.Διότι τελικά η πραγματική απειλή δεν είναι ο
παρανοϊκός πυρομανής (Αντονι Πέρκινς), αλλά η γλυκιά μαζορέτα της διπλανής
πόρτας (Τιούσντεϊ Γουέλντ) που σκοτώνει χαμογελώντας τη μαμά της και μετά πίνει
ατάραχη μια Coca Cola για να δροσιστεί. Κι φυσικά φροντίζει να ρίξει το φταίξιμο
στον φτωχό τρελό που δεν χορταίνει να την κοιτάζει. Το (υποκριτικό της) μέλλον
ήταν ανοιχτό! Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα χρόνο αργότερα ο κόσμος της είχε
γίνε συντρίμμια. Ο γάμος της είχε λάβει τέλος, το σπίτι της είχε καεί στις διάσημες
πυρκαγιές του Χόλιγουντ Χιλς και η τελευταία απόπειρα συμφιλίωσης με τη μητέρα
της είχε ναυαγήσει.
«Πέρασα μια τρομερή χρονιά ολα γύρω μου διαλύθηκαν. Πήρα διαζύγιο,
το αμάξι μου καταστράφηκε και το σπίτι μου έγινε στάχτες. Δεν έμεινε τίποτα.
Απολύτως τίποτα. Ούτε καν μια φωτογραφία της Νατάσα. Όλοι οι πίνακες που είχα
ζωγραφίσει χάθηκαν, μαζί και τα ημερολόγια των τελευταίων πέντε χρόνων. Μου
αρέσει πολύ το γράψιμο. Για την ακρίβεια γράφω ένα μυθιστόρημα. Νομίζω ότι θα
βγει πολύ καλό, αλλά θα πρέπει να περιμένω μέχρι να πεθάνει η μητέρα και ο
πρώην άντρας μου για να το εκδώσω».
Τότε ήταν που άρχισε να διαδίδει φήμες ότι η μαμά μάς είχε
αφήσει χρόνους, ενώ στην πραγματικότητα έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα κάπου στο
Χόλιγουντ. Ο Τύπος ξεφάντωσε. «Τη μισούσα τη μαμά. Δεν ένιωσα ποτέ πραγματικά
ελεύθερη μέχρι που πέθανε. Κατά τα άλλα ο θάνατος της δεν με επηρέασε
ιδιαίτερα. Φαντάζομαι ότι θα έχει ήδη επιστρέψει απ'τον άλλο κόσμο και κάπου θα
τριγυρνάει. Ελπίζω να έχει μετεμψυχωθεί σε σκύλο». Οι δηλώσεις της σόκαραν την
κ. Γουέλντ, που μπορεί να μην περνούσε και την καλύτερη περίοδο της ζωής της πεθαμένη
πάντως δεν ήταν! Για την ακρίβεια επιβίωνε μόλις και μετά βίας κάνοντας τη
μπειμπι σιτερ για ένα νεόνυμφο ζευγάρι,, την ηθοποιό ΠάτιΝτιουκ και τον Τζον Οστιν. «Αν δεν ήταν η
Πάτι θα είχα πεθάνει της πείνας . Οχι για να δείτε πόσο πολύ με βοήθησε η κόρη
μου. Λεν της κρατούσα κακια όμως μέχρι που άρχισε να λέει σε όλο τον κόσμο ότι
είμαι νεκρή!».
Μετά την πυρκαγιά, η Τιούσντεϊ άρχισε να περιπλανιέται. Ξαναθυμήθηκε
τις παλιές της συνήθειες, τότε που έπαιρνε τους δρόμους όποτε ένιωθε ανήσυχη
και ξανάρχισε τα ίδια. Αυτή τη φορά όμως πήγε μακριά η βαλίτσα. Για την
ακρίβεια έφτασε μέχρι τη Γαλλία. «Όταν κάηκε το σπίτι μου πήρα το κοριτσάκι μου
και άρχισα να ταξιδεύω. Πήραμε αεροπλάνα, βαπόρια, πήγαμε παντού χωρίς
προορισμό και χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Μέχρι και στη Γαλλία πήγαμε. Δεν
ξέρω κανέναν εκεί. Απλά προσπαθούσα να κάνω μια καινούργια αρχή. Δεν τα
κατάφερα».
Ευτυχώς όμως, το Χόλιγουντ δεν την είχε διαγράψει ακόμα α'τη μνήμη
του. Μόλις επέστρεψε, ο Φρεντ Πέρι τη ζευγάρωσε πάλι με τον Αντονι Πέρκινς στο
«Play It As It Lays», όπου η Γουέλντ υποδυόταν μια Χολιγουντιανή ηθοποιό που
στοιχειώνει τους δρόμους του Λος Αντζελες μετά από έναν νευρικό κλονισμό.
Παρόλο που κέρδισε Βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Βενετίας και μια υποψηφιότητα
για Χρυσή Σφαίρα, η Τιούσντεϊ δεν είχε τίποτα καλό να πει για το ρόλο. «Μα τι
να σου αρέσει από αυτόν. Δεν ήταν κι ευχάριστος. Πήγαινε ενάντια σε όλα όσα
πίστευα για τη ζωή θα μπορούσα να τον είχα παίξει κι απ'το τηλέφωνο!».
Δεν είναι
να απορεί κάνεις που η δική της τηλεφωνική συσκευή σταμάτησε κάποια στιγμή να
χτυπάει . Μετά τον αταίριαστο γάμο της με τον Νταντλει Μουρ οι κινηματογραφικές
της εμφανίσεις άρχισαν ολοένα να λιγοστεύουν.Η απέχθειά της για τον δημόσιο
βίο είχε φτάσει σε ένα οδυνηρό κρεσέντο
παρ'όλο που η ίδια υποστήριζε ότι ούτε καν θυμόταν την ημερομηνία του γάμου
τους, το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο αλλά η ευτυχία τους περιορίστηκε στην
τεκνοποίηση. «Έχουμε πολύ λίγους φίλους ζούμε σε απομόνωση. Είναι σχεδόν
παρανοϊκή όσον άφορα τη δημοσιότητα. Προτιμάει να μένει στο σπιτι» είπε Νταντλει
Μουρ σχετικά με τα τέσσερα άχρωμα χρόνια που μοιράστηκαν στο Μαλιμπού.
Λίγο νωρίτερα ο Ρίτσαρντ Μπρουκς θα την έβγαζε από την
εθελοντική της απομόνωση για έναν ρόλο που την έκανε στην κυριολεξία ράκος. Η ερμηνεία
της πλάι στην Ντάιαν Kiτov στο «Αναζητώντας Τον Κύριο Γκούντμπαρ» του 1977 είχε
ως αποτέλεσμα μια αθέλητη υποψηφιότητα για Οσκαρ β γυναικείου ρόλου και
αναρίθμητα τηλεφωνήματα δημοσιογράφων που κλόνισαν ακόμη περισσότερο την ηρεμία
της, «Νομίζω πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να με πληρώνουν για να κάνω
συνεντεύξεις. Και θα τις κάνω μόνη μου. Ας μου στέλνουν τις ερωτήσεις και εγώ
θα γράφω ότι θέλω. Ούτως ή άλλως μια συνέντευξη δεν πρόκειται να μου βρει
δουλειά ούτε να βελτιώσει την υποκριτική μου. Οπότε είναι άχρηστη. Ή μήπως
νομίζεις ότι μπορείς να με κάνεις σταρ;», είπε χαρακτηριστικά σε δημοσιογράφο
του περιοδικού New York και επέστρεψε στον προβληματικό της γάμο για να
οριστικοποιήσει το διαζύγιο της το 1980.
Από τότε και για τα επόμενα χρόνια η Γουέλντ
θα πρωταγωνιστούσε σε καμιά ντουζίνα ταινίες με πιο εμβληματική την εμφάνισή
της στο «Thief» του Μάικλ Μαν το 1981 και στο «Κάποτε Στην Αμερική» το 1984 και
πιο εμπορική τη συμμετοχή της στο «Fatling Down/ Ξεχωριστή Μέρα» του Τζόελ
Σουμάχερ το 1993. Στην τάινια του Σέρτζιο Λεόνε πέφτει θύμα βιασμού και στο «Faliing
Down» υποδύεται μια νευρωτική πρώην καλλονή που κλαίει τη χαμένη ομορφιά της.
Είναι να απορεί κανείς που δεν ήθελε πια να εμφανίζεται στον κινηματογράφο
επιμένοντας να χτίζει τον μύθο της βυθισμένη στην αφάνεια;
Από πολύ νωρίς ο κόσμος είχε πάρει μυρωδιά ότι, ακόμα και
στις χειρότερες ταινίες της, η ίδια δεν ήταν τίποτα λιγότερο από απολαυστική. Η
κάποτε αψεγάδιαστη ομορφιά της συνέχιζε να αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή στην
καρδιά της Αμερικής. Στα τέλη της δεκαετίας του '60 είχαν εμφανιστεί
μυστηριωδώς μια χούφτα μικρών φεστιβάλ που έπαιζαν αποκλειστικά δίκες της
ταινίες, ενώ διάφοροι φαντασιόπληκτοι πίστευαν ότι το αινιγματικό της χαμόγελο
έκρυβε πολύ περισσότερα απ όσα φανέρωνε.
Κι όπως ακριβώς απ'το μυθικό τραγούδι «Hotel California» των
Eagles είχαν ξεκινήσει φήμες για την ανάμειξη του σατανιστή Αντον Λάβει σε
αποκρυφιστικές τελετές στα τέλη του 70 έτσι άρχισαν να ακούγονται διάφορα για
την κρυφή ζωή της Γουέλντ. Μπορεί βέβαια να φταίει και το γεγονός ότι η
προκλητική ξανθιά είχε εμφανιστεί σε συνέντευξη στο Chateau Marmont (το
ξενοδοχείο του «Hotel California))) ντυμένη μάγισσα ή μπορεί να φταίει και ο
ίδιος ο Λαβέι που της αφιέρωσε τη σατανική του βίβλο.
Συμφωνά πάντως με τον κ.ΤζεφΤέρνερ, υποστηρικτή της θεωρίας
«Tuesday Weld: High Priestess Of The Illuminate» η Γουέλντ είχε επιδείξει από
νωρίς μαντικές ικανότητες, οι οποίες σύντομα περιήλθαν στην προσοχή των Πεφωτισμένων.
Η ηθοποιός κατατάχτηκε στις στρατιές τους σε ηλικία 15 ετών και, πριν περάσει πολύς
καιρός, χρίστηκε σε υψηλή ιέρεια. Συμφωνά με τον Τέρνερ, η τελετή μύησης
σηματοδοτήθηκε από τη συντριβή του αεροπλάνου όπου επέβαιναν οι αστέρες του ροκ
εν ρολ Μπάντι Χόλι και Ρίτσι Βάλενς,στις 3 Φεβρουαρίου του 1959. Το αεροπλάνο
είχε σαμποταριστει προς τιμήν της και το συμβάν αποθανατίστηκε στην τεράστια
επιτυχία «American Pie» που τραγούδησε ο τότε εραστής της, Ντον Μακλίν, με τη
θανατηφόρα ατάκα «. .the day the music died». Δεν ξέρω αν αυτή η θεωρία έχει
κανέναν υποστηρικτή πέραν του ιδίου αλλά η Γουέλντ, η οποία στο μεταξύ είχε
εξαντλήσει έναν ακόμη γάμο με τον διευθυντή ορχήστρας Πίντσας Ζούκερμαν,
δηλώνει γοητευμένη. «Λατρεύω αυτή την ιστορία με την αίρεση! Γιατί; Γιατί έχει
τρομερή πλάκα και αντέχει στο χρόνο. Όταν είσαι μια cult θεά δεν χρειάζεται να
κάνεις απολύτως τίποτα για να διατηρήσεις το status σου. Για την ακρίβεια είναι
καλύτερα να μην δουλεύεις, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ» Αντίθετα με όσα μπορεί να
φαντάζεστε, η κ. Γουέλντ είναι ακόμα ζωντανή απλά προτιμάει να κρύβεται. «Τι
σας έκανε να εξαφανιστείτε μετά από μια τοσο πολυσυζητημένη και δημόσια εφηβεία;»
την ρώτησε αθώα δημοσιογράφος από το περιοδικό Interview, όταν η αγαπημένη
ξανθιά των κουτσομπολίστικων περιοδικών χάθηκε από προσώπου γης «Νομίζω πως
έφταιγε μια Μπιούικ!» απάντησε η Τιούσντεϊ χαμογελώντας σαρδόνια. Και κάνεις
δεν ξανάκουσε τίποτα γι' αυτήν.Περιοδικο Σινεμα τευχος 211 Μαιος 2009
Taste : Tuesday Weld - Are You The Boy (Παρ ολο που στο μιουζικαλ "Rock,Rock,Rock" φροντιζαν να την ντουμπλαρει η Κονι Φρανσις το 1962 εκοψε ενα "και μοναδικο νομιζω" 45 με τιτλο "Are You The Boy").
The Real Tuesday Weld - At The House Of The Clerkenwell Kid